Είχα πολλά χρόνια να ακούσω δίσκο όπως ο «Let΄s Get Worse» (δεν θα ήθελα τώρα να αρχίσω να τα μετράω). Ένα δίσκο δηλαδή που να είναι πραγματικά συναρπαστικός, ουσιαστικά αρτίστικος αλλά και ευθέως προσβάσιμος, που να επιβεβαιώνει ότι το rock ‘n’ roll είναι μία από τις εσχατιές της σύγχρονης τέχνης όπου μπορεί ακόμη να συντελείται […]
Είχα πολλά χρόνια να ακούσω δίσκο όπως ο «Let΄s Get Worse» (δεν θα ήθελα τώρα να αρχίσω να τα μετράω). Ένα δίσκο δηλαδή που να είναι πραγματικά συναρπαστικός, ουσιαστικά αρτίστικος αλλά και ευθέως προσβάσιμος, που να επιβεβαιώνει ότι το rock ‘n’ roll είναι μία από τις εσχατιές της σύγχρονης τέχνης όπου μπορεί ακόμη να συντελείται μαγεία -και μάλιστα με τρόπο άμεσο, κατεπείγοντα και στιγμιαίο- και που -τελευταίο στην απαρίθμηση αλλά όχι ελάχιστο- να έρχεται κυριολεκτικά από το πουθενά. Οι δημιουργοί του, οι Desert Hearts (Charley Mooney σε κιθάρα/φωνητικά, Roisin Stewart σε μπάσο/φωνητικά και Chris Heaney στα ντραμς) ζουν στο Μπέλφαστ. Μοναδική προηγούμενη δισκογραφική τους εμφάνιση ήταν το σινγκλ «No More Art» του 2000, μια noise/art/pop δήλωση που άναβε μεν το φιτίλι αλλά δεν είχε την άνεση χρόνου να φτάσει έως τη βόμβα. Αυτό το επιτυγχάνουν τα δέκα τραγούδια του συγκεκριμένου ντεμπούτο άλμπουμ τους. Η εκκωφαντική έκρηξη κομματιάζει τα σωθικά του δίσκου και τα εκτοξεύει με αυθάδη αυτοπεποίθηση καταπάνω μας μέσα από τα ηχεία: παθιασμένες indie-rock τραγουδιστικές δομές, συνθετικές δοκιμές και προβληματισμοί που παραπέμπουν στη μετά-το-punk περίοδο, έφεση στους εκτροχιασμούς (παραμορφωμένες κιθάρες, κύματα θορύβου, αχαλίνωτα τζαμαρίσματα), φωνητικά κατηφή από τον Mooney αλλά και δροσερά από τη Stewart, μελωδίες από κείνες που παίρνουν μαζί τους τούς ακροατές σαν επιβάτες. Γνωρίσματα, όλα τους, δεμένα γερά πάνω στο άρμα μιας θηριώδους ριθμ-σέξιον, που τη μια στιγμή επιβάλλεται με τη μονολιθικότητά της και την άλλη αιφνιδιάζει με την ευλυγισία της. Ας ευχηθούμε η φετινή δισκογραφική χρονιά να μας επιφυλάσσει και άλλες τόσο ευχάριστες εκπλήξεις.