Η Alison Krauss είναι ένα από τα πιο γνωστά ονόματα στο χώρο της country και του bluegrass. Στα δεκατρία χρόνια της μέχρι σήμερα καριέρας της, αυτό που σταθερά της δίνει προβάδισμα έναντι του ανταγωνισμού δεν είναι απλώς η αγγελική της φωνή, η δεξιότητά της στην ερμηνεία του βιολιού ή η ικανότητά της στο να επιλέγει […]
Η Alison Krauss είναι ένα από τα πιο γνωστά ονόματα στο χώρο της country και του bluegrass. Στα δεκατρία χρόνια της μέχρι σήμερα καριέρας της, αυτό που σταθερά της δίνει προβάδισμα έναντι του ανταγωνισμού δεν είναι απλώς η αγγελική της φωνή, η δεξιότητά της στην ερμηνεία του βιολιού ή η ικανότητά της στο να επιλέγει σπουδαία τραγούδια, αλλά κυρίως το γεγονός ότι κατόρθωσε να δώσει στα κατεξοχήν αμερικανικά μουσικά ιδιώματα που εκπροσωπεί μια αύρα παγκοσμιότητας, ένα πολιτιστικό διαβατήριο για το απανταχού κοινό. Το δισκογραφικό της ντεμπούτο το πραγματοποίησε το 1987, σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών. Είχε τον τίτλο «Too Late To Cry» και κυκλοφόρησε στην ετικέτα Rounder, όπως άλλωστε και το σύνολο της μέχρι σήμερα δισκογραφίας της, στην οποία πραγματοποιούμε μια αναδρομή με την ευκαιρία της πρόσφατης επανακυκλοφορίας όλων των άλμπουμ σε CD. Το «Too Late To Cry» συνδύαζε παραδοσιακά και σύγχρονα στοιχεία με ωριμότητα εντυπωσιακή και αντιστρόφως ανάλογη με το νεαρό της ηλικίας της Krauss. Στην πραγματικότητα όμως δεν αποτελούσε παρά μόνο μια ένδειξη του τι επιφύλασσε το μέλλον. Το 1989 ακολούθησε το «Two Highways» με τη συνοδεία των Union Station, του σχήματος που έκτοτε θα την ακολουθούσε πιστά, αν και με αρκετά ευμετάβλητη σύνθεση. Τα δώδεκα τραγούδια του, ερμηνείες σε δημοφιλή gospel και σύγχρονη country, παρ’ ότι επαινέθηκαν από την κριτική, δεν εξασφάλισαν ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία. Αυτή άρχισε ένα χρόνο αργότερα, με τις συμπαγείς αρμονίες και τα υμνητικά χορωδιακά μέρη του «I’ve Got That Old Feeling», ενός ακόμη ευγενούς αλλά και παθιασμένου ύμνου στην ακουστική παράδοση. Μέχρι το «Every Time You Say Goodbye» (1992) η Krauss είχε πετύχει μια διάκριση με βραβείο Grammy, που βοήθησε περαιτέρω την εμπορική της εδραίωση στο ακροατήριο της country και του bluegrass. Ήταν πλέον σε θέση να βοηθήσει και άλλους αξιόλογους αλλά υποεκτιμημένους ερμηνευτές να προβληθούν, κάτι που έγινε με το «I Know Who Holds Tomorrow» (1994), στο οποίο συμμετέχει το αξιόλογο bluegrass/gospel σύνολο από τη Λουιζιάνα Cox Family, που δένει αρμονικά με την Krauss και τους Union Station τόσο σε επίπεδο ενορχηστρώσεων όσο και ερμηνείας. Εδώ, πρώτη φορά, η επιλογή του υλικού διευρύνεται σε ένα πλατύτερο στιλιστικό φάσμα, που περιλαμβάνει τραγουδοποιούς, όπως η Loretta Lynn, ο Thomas Dorsey αλλά και ο Paul Simon. Στο σημείο αυτό οι συνθήκες ήταν αρκετά ώριμες για την κυκλοφορία ενός άλμπουμ-συλλογής με επιλογές από την έως τότε καριέρα της Krauss και από τις συμμετοχές της σε δίσκους άλλων, καθώς και με ακυκλοφόρητα πριν τραγούδια: είχε τον τίτλο «Now That I’ve Found You» και εντυπωσίαζε με επιλογές όπως το «I Will» των Lennon/McCartney και το «Oh, Atlanta» των Bad Company. Το άνοιγμα αυτό προς το κοινό του rock και ευρύτερα της ηλεκτρικής μουσικής συνεχίστηκε με το «So Long So Wrong» του 1997 (περιλάμβανε τόσο αργά, προσηλωμένα στην παράδοση τραγούδια όσο ενεργητικά, χορευτικά κομμάτια αλλά και ινστρουμένταλ) και γνώρισε την πληρέστερη μέχρι σήμερα μορφή του στο πρόσφατο «Forget About It», μια κυκλοφορία με έντεχνο pop ήχο, χρήση folk-country μουσικών οργάνων και ερμηνείες σε συνθέσεις αναγνωρισμένων τραγουδοποιών της pop και του rock, όπως οι Todd Rundgren, Michael McDonald, Allen Reynolds και Danny O’Keefe.
Υποψήφιο για 8 Όσκαρ είναι το ρομαντικό δράμα της Κλόι Ζάο, με τίτλο Άμνετ που κλέβει τις εντυπώσεις στις σκοτεινές αίθουσες. Αυτές είναι οι νέες ταινίες της εβδομάδας.