Μισαλλοδοξία των τελευταίων 40 χρόνων δεν έχει επιτρέψει να τιμηθή κατά πού του άξιζε ο μόνος Έλληνας πρωτότυπος ιστορικός αυτού του αιώνα, ο Γιάννης Κορδάτος. Πέθανε πικραμένος γι’ αυτό (1961), αλλά το έργο του, κι’ αν ακόμα αναθεωρηθή από μια βαθύτερη μαρξιστική έρευνα της πορείας της ελληνικής εθνότητας διαμέσου των αιώνων —που δε μοιάζει πολύ προσεχής— δε θα πάψη ποτέ νάναι ο ακρογωνιαίος λίθος, το σημείο αναφοράς της αντι-ιδεαλιστικής ελληνικής ιστοριογραφίας.
Περιέργως, η Ελλάδα ευτύχησε νάχη άριστους κλασικούς ιστορικούς. Ο Σάθας, ο Παπαρρηγόπουλος, ο Καρολίδης, ο Τρικούπης, κι’ αν ακόμα κατέχονταν από μιαν έντονη ελληνολατρεία —φυσική, αφού ο βίος και το έργο τους συνέπεσαν με την ανοδική πορεία του Κράτους και της εθνικής αστικής τάξης— υπηρέτησαν την ιστορική αλήθεια, στο μέτρο τους και με το ταλέντο του ο καθένας, κι’ ενίοτε, χωρίς οι ίδιοι να το καταλαβαίνουν, υπήρξαν υπόγεια διαλεκτικοί, προώρως «μαρξιανοί».
Ωστόσο, ο Κορδάτος ήταν ο πρώτος που, δίχως να έχη συστηματικά και τυπικά θητεύσει στις μεγάλες ιστορικές σχολές Γερμανίας ή Γαλλίας, εξωπανεπιστημιακός και «αυτοδίδακτος», πήρε τον ιστορικό υλισμό σαν όργανο και πέρασε από τη δική του κρισάρα (σ.σ. και κατά κανόνα κρησάρα, εδώ το «ψιλό κόσκινο») της κριτικής όλη την Ιστορία αυτού του τόπου. Σαν πρωτοπόρος, σαν νεοφώτιστος, σαν όλους τους αυτοδίδακτους, δεν ήταν δυνατό να μην κάνη και λάθη. Ήταν και το άλλο: κάνοντας ταυτόχρονα πολιτική —μην ξεχνάμε πως υπήρξε από τους ιδρυτές (1918) και γενικός γραμματέας (1920-24) του Σοσιαλεργατικού Κόμματος, του μετέπειτα ΚΚΕ— και μάχιμη δημοσιογραφία —ήταν και διευθυντής του «Ριζοσπάστη»— ήταν φυσικό να μη βλέπη πάντα με ψυχρό μάτι τα θέματα που χειριζόταν. Παληκαρίσια, ωστόσο, ο ασυλλήπτου καλωσύνης και πραότητας αξέχαστος «Μπάρμπα-Γιάννης» επιτέθηκε στο κάστρο της ελληνικής ιστοριογραφίας —που φύλαγαν οι επαγγελματίες κέρβεροι της «Μεγάλης Ιδέας»— κι’ ακούραστα, μισόν αιώνα σχεδόν, πάσχισε να τ’ απαλλάξη από τα φτιασίδια που τούχαν φορέσει οι πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι της συντήρησης, να το δη ξεκάθαρα, καταδηλώνοντας από βιβλίο σε βιβλίο τις πραγματικές —και πάντα αλληλοσυγκρουόμενες— ταξικές δυνάμεις που το οικοδόμησαν.
Ο Κορδάτος είχε συνειδητοποιήσει το ρόλο που έπαιξε ο Χριστιανισμός στην πορεία της ελληνικής εθνότητας —ρόλο άλλοτε πρωτοπορίας κι’ άλλοτε καθαρά σκοταδιστικό, κατά τις περιστάσεις και τους εκάστοτε φορείς του— κι’ από νωρίς πάσχισε ν’ απογυμνώση το μύθο «Χριστός – Χριστιανισμός» από τα γιορντάνια (σ.σ. στολίδια) της θρυλικής θεώρησης και της οπισθοδρομικής παράδοσης. «Η Παλαιά Διαθήκη στο φως της κριτικής» και «Αρχαίες θρησκείες και Χριστιανισμός» υπήρξαν δύο βιβλία εικονοκλαστικά για τον καιρό τους, που επέσυραν τους μύδρους της επίσημης Εκκλησίας και τ’ ανάθεμά της επί τον «άπιστον» Κορδάτον.
Ο μαρξιστής ιστορικός, όμως, χαλκέντερος όπως ήταν, συνέχισε το όραμά του. Είκοσι ολόκληρα χρόνια (1940-60) ερευνούσε κι’ έγραφε το μεγάλο του έργο, έργο ζωής, «Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός», που μόλις εκυκλοφόρησε —επιτέλους— σε δυο ογκώδεις τόμους. Δεν ευτύχησε να το δη τυπωμένο όσο ζούσε: κανένας εκδότης δεν αναλάμβανε —μόλις προ δεκαετίας— να βγάλη τέτοιο… τολμηρό έργο, απ’ τον φόβο των Ιουδαίων ή, μάλλον, των Φαρισαίων, που κυνηγούσαν ως τον τάφο τον άλλο μεγάλον Έλληνα, τον Νίκο Καζαντζάκη.
Τώρα πια, η επιτρέπουσα κοινωνία μας δεν μπορεί να δημιουργήση σκάνδαλο γύρω από το όποιο βιβλίο για τον Χριστό και τον Χριστιανισμό. Μετά το κωμικοτραγικό ιντερμέδιο τής… «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», ποιος στ’ αλήθεια παίρνει στα σοβαρά θρησκεία και Εκκλησία, όταν οι ταγοί της αυτοχειριάσθηκαν λασπώνοντες εαυτούς και αλλήλους και καταπατούντες κάθε κανόνα ανθρωπίνου και θείου δικαίου; Κοντολογίς, αρχίζοντας από τον Ιερώνυμο, το όλο πράγμα έχει γίνει τόσο χάλια, που ο μέσος Έλληνας του 1975 μετά βίας αποχτάει μια μικρή επαφή με τα «θεία» κάθε Μεγάλη Παρασκευή και κάθε Ανάσταση, είτε εκ λόγων καθαρώς αισθητικών (ομορφιά της Άνοιξης + βυζαντινόν μέλος), είτε διά το γραφικόν και το φολκλορικόν του πράγματος.
Ξεστρατίσαμε, όμως. Ο Κορδάτος, στο δίτομο έργο του, κάνει ίσως για πρώτη φορά τόσο καθαρά επιστημονική δουλειά. Κι’ ίσως ακόμα, για πρώτη φορά η μαρξιστική μέθοδος τού επιτρέπει ν’ αγκαλιάση τόσο σφαιρικά και διαλεκτικά το θέμα του. Ξεκινώντας από την «ντοκουμενταρισμένη» ανάλυση των διαφόρων «θέσεων» πάνω στο Χριστολογικό πρόβλημα, περνάει στη συνέχεια σε μιαν εξονυχιστική έρευνα των χριστιανικών και εξωχριστιανικών πηγών γύρω από την κατάσταση του κοινωνικού χώρου τής τότε Μέσης Ανατολής, για να διεξέλθη διά μακρών το ιστορικό άτομο Χριστός, την οργάνωσή του (επαναστατική – συνωμοτική 100%), τον επί Γης βίο του, τη συνέχιση του κινήματος μετά τον θάνατό του, τις εσωτερικές αντιφάσεις των πρωτοχριστιανών, την πορεία προς την πανευρωπαϊκή, αρχικά, εξάπλωση.
Στον δεύτερο τόμο, ο Κορδάτος αναλύει επί μέρους στοιχεία: κοινοβιακός βίος, αιρέσεις, ποια τα Ευαγγέλια και ποιοι οι αληθινοί συγγραφείς τους, οργάνωση της Εκκλησίας και της λατρείας, αντεπίθεση των Ελληνικών Θεών με τους «αποστάτες» κ.λπ. Εδώ γίνεται πιο αισθητή η τεράστια δουλειά του Κορδάτου. Δουλειά συγκέντρωσης και έρευνας του υλικού, δουλειά ακόμα καθαρά «χειρωνακτική». Απ’ αυτή την άποψη, ίσως ο Κορδάτος να υπήρξε ο «τελευταίος των Μοϊκανών».
Ποιος σύγχρονος —με την εξαίρεση ενός Μαλρώ, ενός Σαρτρ— κάθεται ν’ αφιερώση τόσο μόχθο στην άνευ ανταλλάγματος έρευνα ενός επιστημονικού, ιστορικού ή άλλου προβλήματος, την εποχή που καθηγητές Πανεπιστημίου εκλέγονται σωρηδόν με μια μικροσκοπική διατριβή — ενίοτε και χωρίς αυτήν (όρα επί χούντας).
Η ουσία της έρευνας: ο Κορδάτος βλέπει τον Χριστό —που δέχεται πως υπήρξε ιστορικά— σαν τον πιο πετυχημένο απ’ τους πολλούς «λαϊκούς ηγέτες κι’ επαναστάτες» που έβγαζε τότε η Ιουδαία με τη σέσουλα. Και το κίνημά του —που οι αντικειμενικές συνθήκες επέτρεψαν να εξαπλωθή— σαν «το μεγαλύτερο επαναστατικό κίνημα που συγκλόνισε τον κόσμο» πριν απ’ τον Σοσιαλισμό – Κομμουνισμό. Άσχετο αν, στην πορεία, το κίνημα ξεστράτισε —ήταν το μόνο στην Ιστορία;— για να «διαμορφωθή σε ιδεολογία της άρχουσας τάξης».
Από μιαν άποψη —κείνη της επαναστατικής ατμόσφαιρας στην Ιουδαία της εποχής, με τις συνωμοτικές οργανώσεις κ.λπ.— τα συμπεράσματα της διαίσθησης του Κορδάτου υπήρξαν οιονεί «προφητικά». Μετά τον θάνατό του, πράγματι, τα χειρόγραφα που βρέθηκαν στην έρημο, όχι μόνο επιβεβαιώνουν περίτρανα την ύπαρξη επαναστατικών «κομμουνιστικών» οργανώσεων, αλλ’ ίσως τελικά τοποθετήσουν τον ιστορικό Ιησού έναν αιώνα πριν από την αυθαίρετη τωρινή χρονολογία μας. Ίσως, δηλαδή, ο θρύλος που ακολούθησε το υπαρκτό πρόσωπο του «Τσε Γκεβάρα» της Ιουδαίας —και πόσο μοιάζουν, βίοι παράλληλοι— ν’ αποκρυσταλλώθηκε μ’ έναν αιώνα καθυστέρηση, πλουτιζόμενος συνέχεια στο μεταξύ με μαρτυρίες αυτοπτών και των επιγόνων τους.
Όπως και νάναι, οι δυο τόμοι του Κορδάτου διαβάζονται σαν αστυνομικό μυθιστόρημα. Που θα πη πως έχουν ενδιαφέρον και για χριστιανούς και για απίστους.
*Κριτικό άρθρο του Κώστα Σταματίου, που έφερε τον τίτλο «Ο Χριστός κατά Κορδάτον» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» το Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 1975.
Ο Κώστας Σταματίου
Ο καταξιωμένος δημοσιογράφος, κριτικός (κινηματογράφου και βιβλίου) και μεταφραστής Κώστας Σταματίου (1929-1991) είχε αφιερώσει το κείμενό του στο δίτομο συγγραφικό έργο του Γιάν(ν)η Κορδάτου «Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός», που είχε κυκλοφορήσει το 1975 από τις εκδόσεις Μπουκουμάνη.
Ο Γιάννης (απαντά και ως Γιάνης) Κορδάτος απεβίωσε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 1961 και κηδεύτηκε στο Νεκροταφείο Καλλιθέας το απόγευμα της επομένης, 29ης Απριλίου.
Στην τελετή, που έγινε με δαπάνες της ΕΔΑ, παρευρέθησαν άνθρωποι των γραμμάτων, επιστήμονες, πολιτικοί, εκδότες, πολλοί φίλοι και συμπατριώτες του αποθανόντος, καθώς και πλήθος κόσμου, αλλά ούτε ένας επίσημος.
Ο πολυγραφότατος μαρξιστής ιστορικός και διανοούμενος της Ελλάδας του 20ού αιώνα είχε γεννηθεί στη Ζαγορά Πηλίου το 1891.
Γόνος μεσοαστικής οικογένειας, ο Κορδάτος φοίτησε σε σχολεία της Μαγνησίας, της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, πριν εγγραφεί στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (κατέστη πτυχιούχος αυτής το 1917).
Στα κατοπινά χρόνια, στην ταραχώδη για τη χώρα μας περίοδο πριν και μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ανέπτυξε πολυσχιδή δράση, με κύρια χαρακτηριστικά το ήθος, την ακλόνητη πίστη στην ιδεολογία του, την έμφυτη κλίση στη μελέτη και την υψηλή συγγραφική παραγωγικότητα.
Με το δημοσιογραφικό και συγγραφικό έργο του ο Κορδάτος, επίγονος του Γεωργίου Σκληρού, πατέρα του ελληνικού μαρξισμού, πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες στη διαφώτιση του κοινού για πολλά κοινωνικά και ιστορικά ζητήματα. Μείζονος σημασίας υπήρξε η συμβολή του αυτοδίδακτου ιστορικού Κορδάτου στη διαμόρφωση της ελληνικής μαρξιστικής ιστορικής σχολής.
Τα σημαντικότερα έργα του Κορδάτου («Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821», η πρώτη ιστορική μονογραφία με την οπτική του ιστορικού υλισμού, «Νεοελληνική πολιτική ιστορία», «Η επανάσταση της Θεσσαλομαγνησίας το 1821», «Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος», «Εισαγωγή εις την ιστορίαν της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας», «Ο Ρήγας Φεραίος και η εποχή του», «Ιησούς Χριστός και χριστιανισμός») διακρίνονται για τη γνωστική δύναμη και το εκτεταμένο ερευνητικό έργο του συγγραφέα, αλλά και για τη μονοδιάστατη κριτική, τη μονόπλευρη αντιμετώπιση των προβλημάτων από πλευράς του ιδίου.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η θέση του Κορδάτου στο γλωσσικό ζήτημα, όπως αυτή προβάλλεται στη μελέτη «Δημοτικισμός και λογιωτατισμός».
Αγωνιστής και αγνός ιδεολόγος, υπέρμαχος μιας κοινωνικής πολιτικής στην οποία πίστευε και για την οποία εργάστηκε με θέρμη, ο Κορδάτος κατέλαβε μια από τις κορυφαίες θέσεις στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα της εποχής του. Εξελέγη μέλος και ακολούθως γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (ΣΕΚΕ), προδρόμου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ).
Το 1922 οδηγήθηκε στη φυλακή εξαιτίας της δράσης που είχε αναπτύξει ως ηγετικό στέλεχος του ΣΕΚΕ και διευθυντής της εφημερίδας «Ριζοσπάστης». Στη συνέχεια, όμως, οι διαφωνίες του επί ιδεολογικών ζητημάτων (μεταξύ αυτών, το ζήτημα της αυτονόμησης της Μακεδονίας) είχαν ως αποτέλεσμα την απομάκρυνσή του και αργότερα τη διαγραφή του από το ΚΚΕ. Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική ο Κορδάτος αφοσιώθηκε στην ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα, δημοσιεύοντας αυτοτελείς μελέτες, άρθρα, σχόλια και βιβλιοκρισίες.
Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Γιάννης Κορδάτος διά χειρός του λευκαδίτη συγγραφέα και σκιτσογράφου Γεράσιμου Γρηγόρη (πηγή: «Κωστής Μπαστιάς», εκδόσεις Καστανιώτη, 2005, ΙΙΕ/ΕΙΕ).