Κατά το έτος 480 προ Χριστού αι πτωχαί δυνάμεις των Ελλήνων συνησπίσθησαν εις ένα απεγνωσμένον αγώνα εναντίον της μεγαλειτέρας τότε κοσμοκρατορίας: Του Μεγάλου Βασιλέως των Περσών. Εις τας Θερμοπύλας τέσσαρες χιλιάδες Έλληνες συνεκράτησαν επί μακρόν τα εκατομμύρια του Ξέρξου. Όταν ευρέθη ο προδότης, όστις προσεφέρθη να εξαγάγη τον αυτοκράτορα από την φοβεράν απελπισίαν που ήρχισε να τον κυριεύη, οι Έλληνες το έμαθαν εγκαίρως και υπεχώρησαν. Έμειναν όμως εκεί ο Λεωνίδας με τους τριακοσίους του, διά να γράψουν την λαμπροτέραν σελίδα της Σπάρτης και μίαν από τας πλέον μεγαλειώδεις της παγκοσμίου ιστορίας.

Εις την θάλασσαν οι Έλληνες ηνδραγάθησαν επανειλημμένως εις το Αρτεμίσιον και ολίγον υστερώτερα έγραψαν την υπέροχον εποποιΐαν της Σαλαμίνος, η οποία μετέβαλε τελειωτικώς την αλαζονείαν του Ξέρξου εις αγωνίαν διά τον θρόνον του.

Διά πρώτην ίσως φοράν τότε ετίθετο καθαρά το πολεμικόν δόγμα το οποίον και σήμερον συζητείται εις την στρατιωτικήν επιστήμην: Ότι δηλαδή ουχί ο όγκος ενός πολυαρίθμου στρατού, αλλά η καλή οργάνωσις ενός μικρού τοιούτου παίζει αποφασιστικόν ρόλον εις την μάχην. Δι’ αυτό ο Ξέρξης εν συσκέψει με τον αρχιστράτηγόν του, τον Μαρδόνιον, απεφάσισε να φύγη εν τάχει με τα πλήθη του και να αφήση τον τελευταίον με τριακοσίας χιλιάδας, το άνθος του στρατού, εις την Ελλάδα. Ο Μαρδόνιος ανέλαβε με τον στρατόν αυτόν να παραδώση υπόδουλον την Ελλάδα εις τον Μέγαν Βασιλέα. Αλλ’ ήτο αργά πλέον. Διότι ο στρατός των Περσών, ο οποίος από απόψεως ήθους ήτο αναμφισβητήτως ηρωικός, ήτο αδύνατον να αναμετρηθή προς την απαράμιλλον στρατιωτικήν οργάνωσιν της Σπάρτης, ήτις είχεν όπισθέν της παραδόσεις αιώνων ολοκλήρων. Το 479 προ Χριστού εις την μάχην των Πλαταιών εγράφη μία τελευταία σελίς υπερόχου στρατιωτικής σημασίας: Μόνοι σχεδόν οι Σπαρτιάται αντιμετώπισαν τους Πέρσας και μετά υπέροχον αγώνα σώματος προς σώμα εξωλόθρευσαν τον γενναίον εκείνον στρατόν, ο οποίος εν τούτοις είχε συνηθίσει έως τώρα μόνον να νικά.

 
 

Ο Σπυρίδων Μαρινάτος (φωτογραφικό αρχείο Ναννώς Μαρινάτου)

Το δίδαγμα είνε υπέροχον και διά τους συγχρόνους ακόμη στρατιωτικούς, διότι δείχνει τι θα είπη οργάνωσις και πνεύμα στρατιωτικόν: Αι 50 χιλιάδες των Λακεδαιμονίων, εξ ων μόνον 5.000 Σπαρτιάται, εξεμηδένισαν όλον τον περσικόν στρατόν, όστις εν τούτοις επολέμησε με το θάρρος της απελπισίας. Έπεσε και ο Μαρδόνιος, έπεσε και όλον το άνθος της περσικής δυνάμεως, περισσότεροι από 250 χιλιάδας. Και οι Έλληνες είχαν απωλείας εν συνόλω 91 Σπαρτιάτας, 11 Τεγεάτας και 52 Αθηναίους!

Τα λάφυρα τα οποία συνελέγησαν μετά την μάχην ήσαν πραγματικώς υπέρογκα: Σκηναί από χρυσόν και άργυρον, κλίναι επίχρυσοι και επάργυροι. Σάκκοι επάνω εις αμάξας, γεμάτοι από χρυσούς και αργυρούς λέβητας, κρατήρας, φιάλας και ποτήρια. Οι νεκροί ήσαν γεμάτοι από ψέλια και ακινάκας [κοντά σπαθιά] από χρυσόν. Οι πτωχοί Είλωτες της Σπάρτης, οι οποίοι ουδέποτε εις την ζωήν των είχαν ίδη τον χρυσόν, τον επώλουν ως χαλκόν, κλέπτοντες ό,τι ηδύναντο κατά την περισυλλογήν, εις τους παμπονήρους Αιγινήτας.

Από την δεκάτην των λαφύρων οι Έλληνες έσπευσαν να ευχαριστήσουν πρώτα-πρώτα το μαντείον των Δελφών. Προ του ναού του Απόλλωνος ανετέθη εκεί ο τρίπους ο χρυσούς, όστις ίστατο επί του τρικεφάλου όφεως του χαλκίνου, όπως μας αναφέρει ο Ηρόδοτος. Επάνω εις τον κορμόν του όφεως εχαράχθησαν τα ονόματα όλων των 31 πόλεων αι οποίαι έλαβον μέρος εις την μάχην των Πλαταιών.

 
 

Αναπαράσταση της οφιόσχημης στήλης με τα χαραγμένα ονόματα των πόλεων

Ούτως η χαλκίνη εκείνη βάσις του χρυσού τρίποδος είνε ένα από τα πολυτιμότατα αρχαιολογικά και επιγραφικά μνημεία της αρχαιότητος, το οποίον αναφέρεται εις μίαν από τας λαμπροτάτας περιόδους της ιστορίας του ανθρωπίνου πολιτισμού. Και το μνημείον αυτό ευτυχώς διετηρήθη μέχρι σήμερον. Αιώνας όλους μετά την παρακμήν της Ελλάδος ίστατο εις την θέσιν του, μέχρις ότου ο Μέγας Κωνσταντίνος το μετέφερεν εις την Κωνσταντινούπολιν διά να στολίση τον ιππόδρομον. Εις το Ατ Μεϊντάν της Ισταμπούλ οι επισκέπται θαυμάζουν και σήμερον το χάλκινον σύμπλεγμα των τριών όφεων.

 
 

Η οφιόσχημη στήλη του τρίποδα των Πλαταιών στην πλατεία του Ιπποδρόμου (Ατ Μεϊντάν), στην Κωνσταντινούπολη 

Δυστυχώς το ανεκτίμητον τούτο έργον της λαμπροτάτης περιόδου της ελληνικής αρχαιότητος έχει πάθη αρκετά από την πάροδον του χρόνου. Μέχρι του 17ου αιώνος διετηρούντο ακόμη αι κεφαλαί των όφεων εις το άνω μέρος και τας βλέπομεν επί τουρκικών μικρογραφιών εις χειρόγραφα τής τότε εποχής.

 
 

Αναπαράσταση της οφιόσχημης στήλης (1682)

 
 

Αναπαράσταση της οφιόσχημης στήλης (1729)

Σήμερον φυλάσσεται εις το μουσείον της Ισταμπούλ μία άνω σιαγών εκ των όφεων τούτων, το μόνον εισέτι διατηρούμενον λείψανον.

 
 

Το σωζόμενο τμήμα της κεφαλής φιδιού στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης

Εν έργον τοιαύτης σημασίας θα έπρεπε να φύγη από το ύπαιθρον, όπου είνε εκτεθειμένον εις περαιτέρω καταστροφάς, και να μεταφερθή εις το μουσείον. Είχα ομιλήση περί του ζητήματος τούτου εις εκλεκτούς Τούρκους συναδέλφους μου διαρκούντος του δευτέρου συνεδρίου ιστορίας εν Ισταμπούλ, το οποίον συνεκροτήθη τον παρελθόντα Σεπτέμβριον υπό την υψηλήν προστασίαν του κ. Κεμάλ Ατατούρκ.

Εξ άλλου οι Γάλλοι εκτελούν από ετών ήδη λαμπράς στερεωτικάς και αναστηλωτικάς εργασίας εις τους Δελφούς υπό την φωτισμένην διεύθυνσιν του κ. Demangel και του κ. de la Coste. Ήδη εστερεώθη και είνε καθ’ όλα έτοιμον το προ του ναού στρογγύλον βάθρον επί του οποίου άλλοτε ίστατο ο ένδοξος τρίπους των Πλαταιών. Η ιστορία έχει και αυτή τα δικαιώματά της και είνε σεβασταί όλαι αι περιπέτειαι του μνημείου, το οποίον κατέληξεν εις το Ατ Μεϊντάν.

 
 

Το χάλκινο αντίγραφο της οφιόσχημης στήλης (του «τρικαρήνου όφιος» κατά τον Ηρόδοτο, του τρικέφαλου φιδιού) στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών (τοποθετήθηκε το Δεκέμβριο του 2015)

Αλλά θα ήτο τώρα μία θαυμασία ευκαιρία να γίνουν μαζί δύο σπουδαία πράγματα: Να μεταφερθή το πολύτιμον μνημείον της δόξης των Πλαταιών εις το μουσείον της Ισταμπούλ και συγχρόνως να κατασκευασθή μία μήτρα επί τη ευκαιρία, διά να χυθούν εξ αυτής δύο αντίτυπα: Το εν να τοποθετηθή εις το Ατ Μεϊντάν αντί του πρωτοτύπου και το έτερον να σταλή εις τους Δελφούς διά να τοποθετηθή επί του σωζομένου βάθρου του. Θα ήτο τούτο η διακαής επιθυμία όλων των Ελλήνων και συγχρόνως των Γάλλων ανασκαφέων, οι οποίοι ελπίζουν ζωηρώς εις μίαν τοιαύτην αναβίωσιν, μέσα εις το ιερόν περιβάλλον των Δελφών.

*Άρθρο του Σπυρίδωνος Μαρινάτου που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» στις 13 Ιουλίου 1938 και έφερε τον τίτλο «Ο τρίπους της μάχης των Πλαταιών».

 
 

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 13.7.1938, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο διαπρεπής αρχαιολόγος, διευθυντής Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων της Ελλάδος το 1938, αρθρογραφούσε συχνά στον ημερήσιο και στον περιοδικό Τύπο για ποικίλα θέματα (ιστορικά, αρχαιολογικά, εκπαιδευτικά, πολιτιστικά, οικολογικά, ακόμα και πολιτικά). Τα κείμενά του ήταν ενδεικτικά της κλασικής παιδείας του, των ευρύτατων γνώσεων και των ιδιόμορφων σε μεγάλο βαθμό αντιλήψεών του.

 
 

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 13.7.1938, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο Μαρινάτος, που έφυγε από τη ζωή πριν από 48 χρόνια, την 1η Οκτωβρίου 1974, σε ηλικία 73 ετών, ήταν μια χαρισματική αλλά και αντιφατική προσωπικότητα, ένας άνθρωπος των άκρων.

Σκιαγραφώντας την προσωπικότητα και αποτιμώντας το έργο του αειμνήστου καθηγητή, ο αναπληρωτής καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας –και αλλοτινός συμφοιτητής μου στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών– Ανδρέας Βλαχόπουλος έγραψε για τον Μαρινάτο («Επί των ήλων του τύπου. Ο Σπυρίδων Μαρινάτος στον τύπο 50 χρόνων, 1925-1974», κείμενο που παρουσιάστηκε εν είδει ανακοινώσεως σε διήμερο συμπόσιο του ΕΚΠΑ για τον Μαρινάτο τον Ιούνιο του 2012) μεταξύ πολλών άλλων τα εξής:

Συστηματική από τα χρόνια της νεότητάς του, η προβολή του Σπ. Μαρινάτου στον τύπο λειτουργεί κυρίως ως εργαλείο προβολής του έργου του, των επιστημονικών του αναζητήσεων και της επιθυμίας του να «ανταποκριθεί» στις προσκλήσεις ενημέρωσης του αναγνωστικού κοινού, παρά ως μέσον προβολής των τίτλων και των αξιωμάτων του.

Συνεργάζεται με πολλές εφημερίδες και φαίνεται ότι υπήρξε προσηνής με τους δημοσιογράφους, διαθέτοντας επικοινωνιακό χάρισμα και χιούμορ. Επιλέγει, ωστόσο, το Ελεύθερον Βήμα για την πλέον επιστημονική αρθρογραφία του και διατηρεί πολυετή συνεργασία (1928-1961) με την προοδευτική εφημερίδα, με κριτήριο προφανώς το επίπεδο του εντύπου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και έως το 1967 (οπότε η εφημερίδα κλείνει), οι περισσότερες συνεργασίες του δημοσιεύονται στην Καθημερινή.

[…]

Ο Μαρινάτος διέθετε σπάνια ευφυΐα, συνδυασμένη με εργατικότητα και τελειομανία. Πολιτικά οξυδερκής, όπως δείχνουν τα όσα υποστηρίζει για τη σύγχρονη Τουρκία (Συνέδριο Ατατούρκ), φαίνεται ότι περισσότερο συμβιβάστηκε με την ελληνική πολιτική ζωή των δεκαετιών 1940-1960, παρά την εκμεταλλεύτηκε. Πόρρω υπερέχων του ακαδημαϊκού και επιστημονικού περιγύρου του και με επίγνωση της επάρκειας και της ιδιοφυΐας του, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι είχε αναπτύξει έπαρση και αλαζονεία. Τα στοιχεία αυτά, όμως, δεν διαπερνούν τα γραπτά του, και εάν σε κάτι τον οδήγησε η «τελειομανής υπεροχή» του, αυτό μάλλον ήταν η μονήρης εργατικότητά του, στο γραφείο και την ανασκαφή.

Όταν ο Μαρινάτος προβάλλει στον τύπο ευρήματα των ανασκαφών του, αυτά τα εντάσσει στον πολιτισμό που τα δημιούργησε ή στον πολιτισμό με τον οποίο συνομιλούν. Η ανθρωπολογική προσέγγιση, η εθνοαρχαιολογική ερμηνεία –καρπός στέρεης γνώσης των πολιτισμών της Μεσογείου και της Ανατολής– και η βαθιά φιλολογική του κατάρτιση επιτρέπουν στα κείμενα που δημοσιεύει στον τύπο να έχουν τις αρετές σύντομης αρχαιολογικής πραγματείας από έναν ειδικό που απευθύνεται με άνεση στο ευρύ κοινό.

Με εξαίρεση τις εθνικιστικές υπερβολές υπέρ της ελληνικής φυλής και την ανασκαφική της τεκμηρίωση στα προϊστορικά μνημεία του Μαραθώνα (1970, 1971), επιστημονικά δεν ανέπτυξε ιδεολογικές εμμονές. Δεν επιδίωξε ποτέ να δει την «ελληνικότητα» του Μινωικού πολιτισμού, ούτε να μειώσει τη σημασία των γειτονικών πολιτισμών. Αντίθετα, η εμβρίθειά του στους πολιτισμούς εκείνους τού επέτρεψε να δει καθαρά το πλέγμα των επιρροών που άσκησαν στο προϊστορικό Αιγαίο.

[…]

Στον τύπο αποποιείται ανάμιξη στα πολιτικά πράγματα της χώρας, προτάσσοντας μόνο το επιστημονικό του έργο. Η ανασκαφή των Θερμοπυλών εξελίσσεται πράγματι κατά τη μεταξική δικτατορία, είναι όμως προϊόν «χορηγικής συγκυρίας», όπως αργότερα και οι ανασκαφές της Κεφαλονιάς. Συμπτωματική του «απριλιανού» έτους 1970 υπήρξε και η ανασκαφή του τύμβου των Πλαταιέων, δεδομένου ότι τον Μαρινάτο οδήγησαν στον Μαραθώνα τυχαία ευρήματα προϊστορικά, ενώ η ανασκαφή δεν θα είχε λάβει ευρύτητα και διαχρονική έκταση χωρίς, πάλι, τη γενναία χορηγία ιδιώτη.

Ο «πατριωτισμός» του Σπ. Μαρινάτου σαφώς εκπορεύεται από την αρχαιότητα και την εξιδανίκευσή της. Όταν ο ίδιος κάνει λόγο για «εθνική αγωγή» αναφέρεται στις αξίες του Ελληνισμού (γλώσσα, παιδεία, φυσιολατρία, σεβασμός στο τοπίο και το περιβάλλον), χωρίς να εντάσσει σε αυτές τη θρησκεία, με την οποία άλλωστε ο ίδιος ελάχιστη σχέση ανέπτυξε.

Πολιτικά είναι συντηρητικός, όπως συντηρητικές είναι οι απόψεις του για τη γλώσσα και τον σύγχρονο πολιτισμό, όχι όμως για την επιστήμη και τη μεθοδολογία της. Φίλα προσκείμενος στο ιδεολογικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου 1936 και θαυμαστής του Ι. Μεταξά, είναι σαφές ότι δεν τρέφει ανάλογα αισθήματα για τους συνταγματάρχες της δικτατορίας 1967-1974, καταλαμβάνει, ωστόσο, τότε θέσεις και αξιώματα που δεν απορρέουν αυτομάτως από την ακαδημαϊκή και επιστημονική του ιδιότητα.

*Η κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου προέρχεται από το αρχείο του ομότιμου καθηγητή Αρχαιολογίας Χρήστου Ντούμα.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr