Αφορμή για την διεξαγωγή του project στάθηκε η υπόθεση των υποκλοπών που ήρθε να επικαθίσει πάνω σε μία σειρά δημοκρατικών ελλειμμάτων που προϋπήρχαν, είτε ως συνέπεια άμεσων πολιτικών επιλογών, είτε ως συστημικά προβλήματα.

Το Eteron – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή εγκαινιάζει ένα νέο project, με τίτλο «Απόρρητο | Υποκλοπές – Προσωπικά Δεδομένα – Δημοκρατία». Το project αυτό έχει ως στόχο να αναδειχθεί η σημασία της συζήτησης για την προστασία του κράτους δικαίου και τη δημοκρατία με αφορμή την υπόθεση των υποκλοπών, καθώς και οι διάφορες πολιτικές, νομικές και τεχνολογικές διαστάσεις της παραβίασης του απορρήτου των επικοινωνιών και της υφαρπαγής προσωπικών δεδομένων. Στοχεύει επίσης να συμβάλλει στον δημόσιο διάλογο και τη διαμόρφωση προτάσεων πολιτικής σε πολιτικό, θεσμικό και τεχνικό επίπεδο για την προστασία του απορρήτου και τη διασφάλιση της διαφάνειας. Φιλοδοξούμε οι προτάσεις αυτές να να βοηθήσουν στην προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

Αφορμή για την διεξαγωγή του project στάθηκε η υπόθεση των υποκλοπών που ήρθε να επικαθίσει πάνω σε μία σειρά δημοκρατικών ελλειμμάτων που προϋπήρχαν, είτε ως συνέπεια άμεσων πολιτικών επιλογών, είτε ως συστημικά προβλήματα.

Για το Eteron η συγκεκριμένη θεματική παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον, κυρίως από την πλευρά που καθιστούν το θέμα αυτό της επικαιρότητας κομβικό για τη λειτουργία της δημόσιας συζήτησης, της ουσίας του διαλόγου, του κράτους δικαίου, της λογοδοσίας και της διαφάνειας και των προτάσεων θεσμικής θωράκισης. Δηλαδή, κομβικών πυλώνων της λειτουργίας της δημοκρατίας.

Στο πλαίσιο αυτό, η έναρξη του project «Απόρρητο | Υποκλοπές, Προσωπικά Δεδομένα, Δημοκρατία» γίνεται σήμερα με τη δημοσίευση δύο άρθρων, της δικηγόρου και μέλους της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), δρ. Αικατερίνα Παπανικολάου, και του διευθυντή του Eteron Γαβριήλ Σακελλαρίδη.

Στο άρθρο της η Αικατερίνα Παπανικολάου τοποθετείται σχετικά με το δικαίωμα στο απόρρητο της επικοινωνίας, μεταξύ άλλων και ως ποιοτικού δείκτη δημοκρατίας, και επισημαίνει:

–       «Η εμπέδωση του δικαιώματος [στην ιδιωτικότητα] και η μεθοδολογική ανάπτυξη του περιεχομένου του από την επιστήμη και τη νομολογία το κατέστησαν ευλόγως ποιοτικό δείκτη της δημοκρατίας. Και αυτός ακριβώς είναι ο βασικός λόγος που η αυταξία του επικοινωνιακού απορρήτου στη δημοκρατία δε συμψηφίζεται, ούτε συμποσούται με άλλους δείκτες στην κλίμακα υλοποίησης των κυβερνητικών δεσμεύσεων. Όσο καθοριστικοί κι αν είναι οι τελευταίοι για τη διασφάλιση του υλικού ζην και ευ ζην, η κοινωνική ευημερία είναι αδύνατο να νοηθεί εκτός κράτους δικαίου…. Αρκεί περαιτέρω να προβάλει κανείς τις ειδικότερες εκφάνσεις του δικαιώματος που ενδεικτικά περιλαμβάνουν την προστασία της επικοινωνίας των πολιτικών προσώπων, των δημοσιογράφων, των ακτιβιστών και εν γένει μετεχόντων σε πρωτοβουλίες ενάντιες σε κυβερνητικούς σχεδιασμούς, των δικηγόρων με τους εντολείς τους κοκ, για να αντιληφθεί πόσο κρίσιμα πεδία του δημόσιου και ιδιωτικού διαλόγου εγκλείονται στον πυρήνα ή κείνται στις παρυφές του δικαιώματος..»

–       «Δε νοείται άρνηση ενημέρωσης των κοινοβουλευτικών επιτροπών – μόνιμων και εξεταστικών -, οι οποίες κατά την κλασική δικαιοκρατική αντίληψη, έχουν ως αποστολή την άσκηση ελέγχου εξ ονόματος του κυρίαρχου λαού. Ομοίως, το απόρρητο δε μπορεί να αντιταχθεί ούτε έναντι της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών, η οποία ως το εκ του Συντάγματος καθύλην αρμόδιο όργανο για τον έλεγχο νομιμότητας επί της διαδικασίας άρσης του απορρήτου, πρέπει να διαθέτει πλήρη πρόσβαση στα στοιχεία κάθε συντελεσθείσας άρσης. Καθόσον η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών περιλαμβάνεται – και ορθώς – μεταξύ των ελεγχόμενων από την ΑΔΑΕ φορέων, ούτε έναντι αυτής ισχύουν, οι διατάξεις περί χορήγησης προηγούμενης άδειας από τον εποπτεύοντα υπουργό. Οι διαρκείς και θεσμοθετημένοι έλεγχοι τόσο από το Κοινοβούλιο, όσο και από την ΑΔΑΕ, υφίστανται κατ’ εφαρμογή της δημοκρατικής αρχής. Δεν πρέπει συνεπώς, να συγχέονται με την ανάγκη χορήγησης προηγούμενης άδειας, σε ειδικές και έκτακτες περιπτώσεις π.χ. κατάθεση υπαλλήλου της ΕΥΠ ως μάρτυρα ενώπιον δικαστηρίου.»

–       «Πρόβλημα δημιουργούν επίσης, επιμέρους στοιχεία της διαδικασίας, στο πεδίο των άρσεων που πραγματοποιούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας. Πρόκειται για παραμέτρους, οι οποίες προσκρούουν στα κριτήρια που παγίως θέτει η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε σχέση με τη συμβατότητα των εγχώριων κανονιστικών πλαισίων με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ. Η αόριστη χρονική διάρκεια, η έλλειψη οποιασδήποτε αιτιολογίας επί του σώματος της διάταξης, καθώς επίσης και η δυνατότητα μη αναγραφής του ονόματος του καθού το μέτρο, η λήψη της απόφασης από μονοπρόσωπο αντί συλλογικού οργάνου, είναι μερικά μόνο από τα σημεία των οποίων επείγει η εναρμόνιση με τα δικαιοκρατικά minima.»

Στο άρθρο του ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης αναλύει γιατί δεν είναι πολυτέλεια να συζητάμε για το ζήτημα των υποκλοπών και αναδεικνύει την ανάγκη για διαφάνεια και λογοδοσία ως αναγκαία συνθήκη για τη δημοκρατική λειτουργία της χώρας. Μεταξύ άλλων, υπογραμμίζει:

–       «Τον τελευταίο καιρό διαρκώς αναμασάται το επιχείρημα ότι είναι πολυτέλεια να συζητάμε για το ζήτημα των υποκλοπών. Από τις παραινέσεις του τύπου “το θέμα δεν ενδιαφέρει”, μέχρι τις πιο πολιτικά “αιτιολογημένες” θέσεις που ισχυρίζονται εμμέσως ότι είναι ελιτίστικη η ενασχόληση με ζητήματα που αφορούν το κράτος δικαίου σε συνθήκες ενεργειακής κρίσης και ανατιμήσεων, συγκροτείται ένα αστερισμός -ρητών και υπόρρητων- επιχειρημάτων που επιχειρούν να υποβαθμίσουν εργαλειακά το ζήτημα των υποκλοπών και κατ’ επέκταση της σημασίας του κράτους δικαίου.»

–       «Η υπεράσπιση του κράτους δικαίου όμως δεν μπορεί να τίθεται αντιπαραθετικά ως πολιτική προτεραιότητα με τα υπόλοιπα ζητήματα, όσο σημαντικά κι αν είναι αυτά, όσο πιο άμεσα κι αν επηρεάζουν με υλικό τρόπο την καθημερινότητα των πολιτών. Γιατί οι κανόνες του κράτους δικαίου, όπως ορίζονται συνταγματικά στην χώρα μας και όπως προκύπτουν από τις διεθνείς συμβάσεις τις οποίες έχει επικυρώσει η Ελλάδα, πέραν της τυπικότητας, ορίζουν τους κανόνες, το πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η πολιτική αντιπαράθεση πάνω σε όλα τα υπόλοιπα ζητήματα. Χωρίς τον σεβασμό, χωρίς την ουσιαστική ύπαρξη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συγκροτούν το κράτος δικαίου, οποιαδήποτε πολιτική ή κοινωνική αντιπαράθεση μπορεί να λαμβάνει χώρα χωρίς κανόνες ναρκοθετόντας τη δημοκρατία, αλλά και διαπαιδαγωγώντας την κοινωνία στην αντιπαράθεση χωρίς όρια και στην υποταγή στο “δίκαιο του πιο ισχυρού”.»

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr