Περισσότεροι από έναν στους τέσσερις βρετανούς νέους ανησυχούν ότι η κακή κατάσταση της ψυχικής τους υγείας ενδέχεται να δυσκολέψει την προσπάθειά τους για εύρεση εργασίας μετά το τέλος της πανδημίας του κοροναϊού, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Μετά το άνοιγμα της οικονομίας την περασμένη άνοιξη, το Resolution Foundation είχε αναφέρει ότι οι νεαροί εργαζόμενοι εξακολουθούν να φέρουν μεγαλύτερο βάρος από τους συναδέλφους τους και να πληρώνουν μεγαλύτερο τίμημα σε ό,τι αφορά την ψυχική τους υγεία.

Σημείωσε ότι τα άτομα ηλικίας 18 έως 24 ετών είχαν υπερδιπλάσιες πιθανότητες να μην έχουν εργασία στα τέλη Μαΐου ή να βρίσκονται ακόμη σε αναστολή σύμβασης εργασίας σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή ομάδα, ακόμη και μετά το άνοιγμα της εστίασης στη Βρετανία.

Η είδηση φτάνει εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της κρίσεις στους νέους ανθρώπους, μετά από 15 μήνες πρωτόγνωρης διατάραξης της εκπαίδευσης και της έναρξης της εργασιακής ζωής τους. Άλλη έρευνα, που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα από το Ινστιτούτο Οικονομικών Σπουδών (IFS) προειδοποιούσε ότι εκείνοι που ξεκινούν τώρα την καριέρα τους ενδέχεται να φέρουν τα σημάδια της πανδημίας για πολλά χρόνια ακόμη.

Παρά το γεγονός ότι η οικονομία άνοιξε και πάλι φέτος την άνοιξη, το Resolution Foundation τονίζει ότι περισσότεροι από έναν στους πέντε ενήλικες ηλικίας 18 έως 24 ετών ανέφεραν ότι αντιμετώπιζαν προβλήματα ψυχικής υγείας τον περασμένο μήνα.

Σε μελέτη με δείγμα περισσότερους από 8.000 ενήλικες που πραγματοποίησε το YouGov εκ μέρους της δεξαμενής σκέψης και της φιλανθρωπικής οργάνωσης Health Foundation, λιγότεροι από τους μισούς (48%) δήλωναν ότι η κατάσταση της ψυχικής τους υγείας είναι καλή. Συγκριτικά, το αντίστοιχο ποσοστό στην ηλικιακή ομάδα 55-64 ετών κυμάνθηκε στο 64%.

Περισσότεροι από έναν στους τέσσερις (27%) των νέων 18 έως 24 ετών ανέφεραν ότι ανησυχούσαν πως δεν θα καταφέρουν να βρουν εργασία στους επόμενους μήνες εξαιτίας της κατάστασης της ψυχικής τους υγείας. Συγκριτικά, μόνο ένας στους πέντε ανθρώπους ηλικίας 35 έως 54 ετών και ένας στους 10 ηλικίας 55 έως 64 ετών εξέφρασαν την ίδια ανησθχία.

Ο Ρούκμεν Σέχμι, έμπειρος ερευνητής και αναλυτής στο Resolution Foundation, σημείωσε: «Οι νέοι έχουν πληγεί σφοδρότερα από όλους από την οικονομική κρίση που προκάλεσε η πανδημία, γεγονός που επέφερε πλήγμα και στην ψυχική τους υγεία».

«Το ανησυχητικό είναι ότι ορισμένοι νέοι εξακολουθούν να δυσκολεύονται, παρά το γεγονός ότι η οικονομία ανακάμπτει και ανησυχούν για τις επαγγελματικές τους προοπτικές. Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε αυτούς τους φόβους».

Τα στοιχεία έρχονται στο φως τη στιγμή που το Ινστιτούτο Οικονομικών Σπουδών αναφέρει ότι οι νεαροί ενήλικες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες προκλήσεις στον κόσμο της εργασίας σε σχέση με τους μεγαλύτερούς τους, καθώς οι περιορισμοί σταδιακά χαλαρώνουν

Η επιδραστική δεξαμενή σκέψης υποστηρίζει ότι υπάρχουν όλο και μεγαλύτεροι φόβοι πως οι νεαροί εργαζόμενοι θα «φέρουν σημάδια» της ύφεσης που προκάλεσε η πανδημία για αρκετά χρόνια ακόμη.

Όπως ανέφερε, οι νέοι απέφυγαν την ανέχεια στη διάρκεια της κρίσης εξαιτίας των κρατικών επιδομάτων ειδικού σκοπού, αλλά και καθυστερώντας την έναρξη της σταδιοδρομίας τους και μένοντας με τους γονείς τους καθώς η πανδημία εξελισσόταν.

Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι τα άτομα κάτω των 25 ετών αντιπροσωπεύουν τα δύο τρίτα της μείωσης της απασχόλησης στη Βρετανία στη διάρκεια της πανδημίας και ότι έχουν μεγαλύτερες να βρίσκονται ακόμη σε αναστολή σύμβασης εργασίας σε σχέση με το προσωπικό μεγαλύτερης ηλικίας.

Το IFS σημείωσε ότι δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι νεότεροι εργαζόμενοι εμφανίζονται πιο απαισιόδοξοι για το άμεσο οικονομικό μέλλον τους, δεδομένου ότι το τέλος των επιδομάτων πλησιάζει, αλλά και το γεγονός ότι η συμβίωση με τους γονείς τους δεν αποτελεί ούτε βιώσιμη αλλά ούτε και επιθυμητή λύση μακροπρόθεσμα.

Διαπίστωσε ακόμη ότι το ποσοστό των ενηλίκων 19 έως 24 ετών που δεν εργάζονται καθόλου εντός της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής, αυξήθηκε κατά 25% (ή κατά 400.000) από τα τέλη του 2019 έως τον φετινό Μάρτιο – ποσοστό πολύ υψηλότερο από κάθε άλλη ηλικιακή ομάδα.

Αντιστοίχως, το ποσοστό των ατόμων αυτής της ηλικιακής ομάδας που ζουν ακόμη με τους γονείς τους, χωρίς να συνυπολογίζονται οι φοιτητές, αυξήθηκε στο ίδιο διάστημα από 45% σε 50%.

Η Ζιαογουέι Ζου, έμπειρη ερευνήτρια του IFS, σημείωσε: «Γνωρίζουμε ότι τα σοκ στην αρχή της καριέρας των ανθρώπων μπορούν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις μελλοντικές εργασιακές προοπτικές τους. Χωρίς ουσιαστική υποστήριξη, υπάρχει κίνδυνος οι νέοι του σήμερα να φέρουν τα σημάδια της ύφεσης για πολλά χρόνια ακόμη».

Με πληροφορίες από Guardian

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο