Εξέχουσα φυσιογνωμία της ελληνικής αρχαιολογικής και επιστημονικής κοινότητας, ο Γιώργος Δεσπίνης, ομότιμος καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, απεβίωσε στην Αθήνα στις 13 Σεπτεμβρίου 2014, νικημένος από την επάρατη νόσο.

Γεννημένος στον Πύργο της Τήνου στις 16 Απριλίου 1936, ο Δεσπίνης σπούδασε Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου αποφοίτησε το 1958.

Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας (1959-1961) συνέχισε τις σπουδές του στο Freiburg και στο Saarbrücken της Γερμανίας, κατά τα έτη 1962-1964.

Το 1964 επέστρεψε στην Ελλάδα και εργάστηκε ως έκτακτος αρχαιολόγος στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο υπό την καθοδήγηση του ζεύγους Χρήστου και Σέμνης Καρούζου, καθώς και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά.

Το 1967 διορίστηκε κατόπιν διαγωνισμού στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και υπηρέτησε ως επιμελητής αρχαιοτήτων στη Θεσσαλονίκη (1967-1971) και στον Πειραιά (1971-1972), επιφορτισμένος κατά κύριο λόγο με την οργάνωση των μόνιμων εκθέσεων γλυπτών των αντίστοιχων αρχαιολογικών μουσείων.

Το 1972 ο Δεσπίνης εξελέγη έκτακτος καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1975 τακτικός.

Το 1984 παραιτήθηκε από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο και από τότε αφοσιώθηκε στην αρχαιολογική έρευνα.

Ο Δεσπίνης ήταν παθιασμένος με την Αρχαιολογία και υπήρξε ένας πραγματικός λάτρης της.

«Εγώ μίαν ηράσθην, την Αρχαιολογίαν» έλεγε με χιούμορ στα νιάτα του στον Άγγελο Δεληβορριά, ο οποίος σημείωνε ότι η πέτρα είχε για τον Δεσπίνη ψυχή, ότι τον ενδιέφερε η ποιότητα του μαρμάρου και η τεχνική της επεξεργασίας του, η πνοή της πέτρας, η άρθρωση και η μουσικότητα της φωνής της, το πώς ακούγεται ο λόγος της.

Έτσι μπορούσε να εξηγηθεί, σύμφωνα πάντα με τον Δεληβορριά, ο αδελφικός δεσμός του με το σπουδαίο ηπειρώτη γλύπτη Στέλιο Τριάντη (1931-1999), για τον οποίον τα αρχαία μάρμαρα ήταν ανθρώπινες ψυχές.

Ο Δεσπίνης υπήρξε ένας από τους κορυφαίους διεθνώς μελετητές της αρχαιοελληνικής γλυπτικής και αρχιτεκτονικής, και δη της κλασικής πλαστικής.

Ο βαθύς αυτός γνώστης της αρχαίας γλυπτικής ήταν κατά κοινή παραδοχή μοναδικός στη χρονολόγηση αρχαίων γλυπτών, στην αναγνώριση της ταυτότητας του δημιουργού τους, καθώς και στην ταύτιση αρχαίων θραυσμάτων που μπορεί να βρίσκονταν σε διαφορετικά σημεία της υφηλίου.

Ένα από τα κορυφαία επιστημονικά επιτεύγματά του υπήρξε η ανασύσταση του λατρευτικού αγάλματος της Νεμέσεως στο Ραμνούντα, έργου του πάριου γλύπτη Αγορακρίτου, αγαπημένου μαθητή του Φειδία (τμήμα της κεφαλής της θεάς βρισκόταν στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ σπαράγματα του κορμού ήταν ξεχασμένα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και στην αποθήκη του αρχαιολογικού χώρου του Ραμνούντος), καθώς και η αναγνώριση του αγαλματικού τύπου της Νεμέσεως σε μια σειρά αντιγράφων των Ρωμαϊκών Χρόνων.

Σημαντική ήταν επίσης η απόδοση μιας κολοσσικής κεφαλής αγάλματος (είχε εντοπιστεί στις ανασκαφές της Ακρόπολης το 1839) στο υπερφυσικού μεγέθους λατρευτικό άγαλμα της Αρτέμιδος Βραυρωνίας, που βρισκόταν στο ομώνυμο ιερό, στα νοτιοανατολικά των Προπυλαίων. Πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα –αν όχι το μοναδικό– σωζόμενα αυθεντικά έργα του αθηναίου γλύπτη Πραξιτέλη (τα υπόλοιπα έργα που αποδίδονται στον Πραξιτέλη είτε αποτελούν ρωμαϊκά αντίγραφα είτε είναι έργα του εργαστηρίου του). Η λεγόμενη «κεφαλή Δεσπίνη» (έργο των Κλασικών Χρόνων, περί το 330 π.Χ.) εκτίθεται σήμερα στο Μουσείο Ακρόπολης.

Εξάλλου, η αναγνώριση από τον Δεσπίνη της συνάφειας που είχαν μεταξύ τους θραύσμα επιτύμβιας στήλης του 4ου αιώνα π.Χ. από το Πόρτο Ράφτη με θραύσμα που ανήκε στη νεοϋορκέζικη συλλογή αρχαιοτήτων Shelby White & Leon Levy στάθηκε η αφορμή για τον επαναπατρισμό της εν λόγω αρχαιότητας το 2008 και την απόδοσή της προς έκθεση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας.

Ο Δεσπίνης, ο οποίος ήταν νυμφευμένος με την επίσης αρχαιολόγο Κατερίνα Κώστογλου, τιμήθηκε το 2007 από την Ακαδημία Αθηνών με το Αργυρό Μετάλλιο της Τάξης των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών για τη συμβολή του στην αρχαιολογική επιστήμη.

Τον Οκτώβριο του 2009 τιμήθηκε από το Μουσείο Μπενάκη για το έργο του και την επιστημονική προσφορά του.

Εξάλλου, τον Ιανουάριο του 2013 ο Δεσπίνης αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αξεπέραστος δάσκαλος της αρχαιολογικής επιστήμης αλλά και δάσκαλος ήθους, ο Δεσπίνης, άνθρωπος χαμηλών τόνων, προσηνής και ευχάριστος, δεν παρέλειπε να τονίζει στους μαθητές του τη σημασία της μεθόδου.

Ο εμβριθής αυτός ερευνητής με το πλούσιο συγγραφικό έργο και την έμφυτη αγάπη για την αρχαία γλυπτική έλεγε πολλές φορές ότι δεν έχει σημασία αν δεν μπορείς να απαντήσεις ή να ερμηνεύσεις τα πάντα. Σημασία, έλεγε, έχουν οι σωστές ερωτήσεις.

*Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Γιώργος Δεσπίνης στο εργαστήριο γλυπτών του Μουσείου Καλύμνου το 2006 (πηγή: Δ. Μποσνάκης).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο