Ένα πρόσφατο βιβλίο ασχολείται με το γιατί σήμερα η πολιτική μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο στο ερώτημα για την αλήθεια των διαφόρων τοποθετήσεων
Ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής μας είναι ότι η πολιτική αντιπαράθεση διεξάγεται συχνά γύρω από ερωτήματα που αφορούν την εγκυρότητα των τοποθετήσεων, είτε ως προς την αλήθεια τους, είτε ως προς το εάν μπορούν να συμπεριλάβουν όλες τις πλευρές της πραγματικότητας, είτε ως προς το εάν μπορούν να συνυπολογίσουν τη θέση όλων των εμπλεκόμενων. Βεβαίως, η σχέση ανάμεσα σε φιλοσοφική ενασχόληση με τα ζητήματα της γνώσης και την πολιτική, είναι τόσο παλιά όσο η ίδια η φιλοσοφία, ιδίως εάν αναλογιστούμε πώς αυτά τα ερωτήματα συνδέονται ήδη στην αρχαιότητα – μεγάλο μέρος της φιλοσοφίας και του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη σε τελική ανάλυση έχει ακριβώς να κάνει με τη γνώση που αφορά την πολιτική αρετή –, ενώ η συζήτηση για τη γνωσιολογία στην αυγή της νεωτερικότητας, από τη διαμάχη ορθολογιστών και εμπειριστών, μέχρι την καντιανή σύνθεση, σχετιζόταν βέβαια με τις απαιτήσεις που γεννούσε η ανάπτυξη των επιστημών, είχε όμως να κάνει και με τη συγκρότηση μιας νέας εκδοχής πολιτικής υποκειμενικότητας μέσα στην αναδυόμενη αστική κοινωνία των πολιτών. Όμως, αυτή η ανοιχτή επίκληση επιστημολογικών θέση εντός της πολιτικής συζήτησης αποτελεί σίγουρα ένα νέο στοιχείο.
Με αυτά τα ερωτήματα ασχολείται το βιβλίο του Γιάννη Κτενά «Η επιστημολογική στροφή στην πολιτική: whataboutism, γενεαλογική υπονόμευση, κατασκευασιοκρατία», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Εκκρεμές. Αντικείμενο του βιβλίου είναι γεγονός ότι πλέον δεν διαφωνούμε μόνο για το τι πρέπει να κάνουμε σε σχέση με μια δοσμένη συνθήκη και τα γεγονότα που την ορίζουν, αλλά και για την αλήθεια τους, για το εάν αυτά όντως αυτά συνιστούν γεγονότα, με τον Κτενά να εντοπίζει αυτού του είδους τις αντιπαραθέσεις στον τρόπο που συζητάμε ζητήματα όπως η υγεία (ιδίως σε σχέση με την πανδημία Covid-19), το κλίμα (σε σχέση με την άρνηση του ανθρωπογενούς χαρακτήρα της κλιματικής αλλαγής), ή το φύλο (σε σχέση με το πώς ορίζουμε τις έμφυλες ταυτότητες).
Ο Κτενάς ξεκινά από τον τρόπο που ήδη ο Μάνχαϊμ, σε μια από τις αρχετυπικές διατυπώσεις μιας κοινωνιολογίας της γνώσης, υποστήριξε ότι η έμφαση σε έναν επιστημολογικό σχετικισμό και σκεπτικισμό θα μπορούσε να οδηγήσει μέσα σε μια περίοδο συνολικότερης κρίσης και σε μια δυσπιστία απέναντι στη γνώση γενικά. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά: «Στόχος μου σε αυτό το βιβλίο […] είναι να δείξω τον τρόπο με τον οποίο επιχειρηματολογικές στρατηγικές όπως το whataboutism, η γενεαλογική υπονόμευση και η κατασκευασιοκρατία συμβάλλουν σε αυτή την κρίση της γνώσης και κατά συνέπεια το εγχείρημά μου μπορεί να ιδωθεί ως μια συνέχιση και επικαιροποίηση της μαϊνχαμιανής προβληματικής».
Εντοπίζει, έτσι, τρεις βασικές μορφές αξιοποίησης της πολιτικοποίησης των επιστημολογικών ερωτημάτων και των ερωτημάτων για την αλήθεια των αποφάνσεων μέσα στην πολιτική συζήτηση. Καταρχάς, τον whataboutism, δηλαδή τις τοποθετήσεις που συνήθως παίρνουν τη μορφή «ναι, αλλά για το […] δεν λέτε κάτι», και οι οποίες ως επιστημολογική στρατηγική επιλέγουν να κατηγορήσουν κάποιον για ασυνέπεια και επιλεκτική εφαρμογή των αρχών που επικαλείται, στρατηγική που ο Κτενάς θεωρεί προβληματική γιατί ανάγει το ερώτημα της αλήθειας και της εγκυρότητας μιας απόφανσης στην υποκειμενική και μεροληπτική συνθήκη εκφοράς αυτής της απόφανσης.
Στη συνέχεια στρέφεται σε αυτό που ονομάζει γενεαλογική υπονόμευση, την επικέντρωση δηλαδή στην προέλευση μιας θεωρίας ή θέσης ως τρόπο για να κρίνουμε την αλήθεια και την εγκυρότητά της. Αυτό πολύ συχνά περιλαμβάνει την αναζήτηση των συμφερόντων πίσω από μια άποψης, ενίοτε και με τη μορφή ενός follow the money. Ο Κτενάς αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει γνώση που είναι πολιτικά ή κοινωνικά απροϋπόθετη, όμως αυτό δεν αναιρεί τη δυνατότητα για μεθόδους, «οι οποίες είναι βέβαια κοινωνικές, αποσκοπούν ωστόσο στην εξασφάλιση της ποιότητας της επιστημονικής γνώσης με όρου που στοχεύουν να υπερβούν τη δέσμευσή της σε μια συγκεκριμένη κοινωνικοϊστορική στιγμή, ομάδα ή πολιτική απόβλεψη». Τέλος, ο Κτενάς στρέφεται στην κατασκευασιοκρατία ως στρατηγική. Εδώ αναφέρεται στις επιστημολογικές τοποθετήσεις που υποστηρίζουν ότι αυτό που θεωρούμε ως επιστημονική γνώση, εν τέλει δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια κοινωνική κατασκευή. Παρότι ο Κτενάς αναγνωρίζει ότι η συσχέτιση κατασκευασιοκρατίας και σχετικισμού δεν είναι δεδομένη, εντούτοις θεωρεί ότι και εδώ κίνδυνος είναι η σχετικιστική διολίσθηση στην υπονόμευση κάθε εγκυρότητας των αποφάνσεών μας.
Για τον Κτενά, η απάντηση στους κινδύνους του σχετικισμού και του σκεπτικισμού δεν βρίσκεται στο να αρνηθούμε τον κοινωνικό καθορισμό της γνώσης, ή τις κοινωνικές, πολιτικές, ταξικές, έμφυλες και πολιτισμικές προϋποθέσεις της γνώσης, ούτε στο να παραβλέψουμε την περιπλοκότητα και την καταστατική αβεβαιότητα της επιστήμης. Επιμένει, όμως, ότι οφείλουμε να στοχαστούμε όχι απλώς με όρους μιας καλύτερης κατασκευής που εξαιτίας της κατασκευαστικής ποιότητας θα βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα, αλλά και μιας οντολογίας που θα μπορεί «να εξηγεί για ποιον λόγο ορισμένες επιστημονικές θεωρίες πετυχαίνουν και άλλες αποτυγχάνουν». Σε αυτή την περίπτωση «η εγκυρότητα της γνώσης θα πρέπει πράγματι να έγκειται σε κάποιου είδους συμπαραγωγής, νοούμενης όμως ως επιτυχούς συνάντησης μεταξύ των πάντοτε κοινωνικά τοποθετημένων προσπαθειών του όντος που γνωρίζει και της ιδιοσυστασίας του κόσμου που γνωρίζεται».
Ο φόβος του Κτενά είναι ότι η έμφαση στον κοινωνικό χαρακτήρα της γνώσης μπορεί να οδηγήσει στην υποτίμησή της: «η ιδέα της κοινωνικότητας της γνώσης είναι σήμερα τόσο έντονη και ενσαρκώνεται σε τόσο διαφορετικές διαδικασίες και πρακτικές, που μάλλον τείνουμε να παραβλέψουμε τη “γνωσιακότητα” της γνώσης. Ενώ μπορούμε πολύ καλά να αναγνωρίσουμε ως προς τι η γνώση είναι κοινωνική, φαίνεται να δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε ως προς τι είναι γνώση».
Σίγουρα η προσπάθεια του Κτενά να υπερασπιστεί ένα νέο ρεαλισμό παραπέμπει σε μια διέξοδο από τα προβλήματα που δημιουργεί η παραδοχή του κοινωνικού καθορισμού της γνώσης, αν και παραμένει το ερώτημα πώς μπορούμε να ορίσουμε αυτή την αντιστοίχηση γνώσης και πραγματικότητας, που είναι ο πυρήνα του ερωτήματος για την αλήθεια των αποφάνσεών μας. Ίσως, εδώ να έχει ενδιαφέρον ένα νήμα σκέψης που κατά παράδοξο τρόπο συνδέει τον Λούκατς του «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση» και τον Αλτουσέρ της δεκαετίας του 1970 σύμφωνα με το οποίο η ταξική μεροληψία και στράτευση στον κοινωνικό ανταγωνισμό παραμένει η αναγκαία επιστημολογική συνθήκη για μια μη μυστικοποιητική και φενακιστική προσέγγιση της κοινωνικής πραγματικότητας. Ουσιαστικά, μια συμμαχία ανάμεσα στη διεκδίκηση επιστημονικής εγκυρότητας και την διεκδίκηση κοινωνικής χειραφέτησης ως αντικειμενικής δυνατότητας που για να γίνει πολιτικό σχέδιο απαιτεί μια κατά τάση αντικειμενική γνώση του ίδιου του πεδίου του κοινωνικού ανταγωνισμού και κατ’ επέκταση της πραγματικότητας εν γένει.