Γράφει ο Δημήτριος Βασιλείου*

Καρδιά του νομοσχεδίου για τις αλλαγές στην εργατική νομοθεσία αποτελούν αναμφίβολα οι ρυθμίσεις για τις απολύσεις. Ορισμένες εξ αυτών είναι βέβαια θετικές (όπως η εξίσωση εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων). Περισσότερο όμως βαρύνουν οι αρνητικές ρυθμίσεις, οι οποίες μεταβάλλουν συνολικά επί τα χείρω τις εργασιακές σχέσεις.

Κατ’ αρχάς, υπό τον μανδύα της «απαλλαγής» του εργαζομένου από την παροχή εργασίας κατά το διάστημα της προειδοποίησης, η οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως μειώνεται εμμέσως (συνυπολογιζομένων όλων των παροχών και κρατήσεων) από 10% έως 38% (ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας). Ανέκαθεν ο εργοδότης είχε το δικαίωμα να απολύσει αμέσως τον εργαζόμενο, καταβάλλοντας πλήρη την αποζημίωση απολύσεως. Προθεσμία καταγγελίας οφείλει να τηρήσει μόνο αν επιθυμεί να καταβάλει τη μισή αποζημίωση. Πολλοί εργοδότες δεν επιθυμούν όμως να απασχολούν εργαζομένους τους οποίους έχουν ήδη απολύσει. Με τη σχεδιαζόμενη ρύθμιση διευκολύνονται αυτοί να τηρήσουν την προθεσμία μόνο προσχηματικά, μειώνοντας παρά ταύτα το συνολικό κόστος της απόλυσης.

Εξάλλου, στον εργοδότη δίνεται προθεσμία τεσσάρων μηνών ώστε να καλύψει «τυπικές» παραλείψεις της καταγγελίας, όπως θεωρείται και η παράλειψη καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως. Ο εργοδότης θα μπορεί λοιπόν να καθυστερεί για τέσσερις μήνες την καταβολή της αποζημίωσης, χωρίς συνέπεια για το κύρος της καταγγελίας, ενώ η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που έχει ο εργαζόμενος για να προσφύγει στο δικαστήριο θα τρέχει κανονικά. Τούτο σημαίνει ότι ο εργοδότης θα μπορεί να εξαρτά την έγκαιρη καταβολή της αποζημίωσης από το αν ο εργαζόμενος θα αποδεχθεί τη νομιμότητα της καταγγελίας και αν παραιτείται από τυχόν άλλα δικαιώματά του. Και αυτό χωρίς να διατρέχει κανέναν κίνδυνο, αφού θα μπορεί να ισχυροποιεί εκ των υστέρων την απόλυση.

Τέλος, ο εργοδότης θα μπορεί να καταβάλλει την αποζημίωση απολύσεως μειωμένη κατά 10%, ακόμη και κακόβουλα, χωρίς αυτό να επιδρά στο κύρος της καταγγελίας.

Ακόμη όμως πιο δραστικά το νομοσχέδιο περιορίζει την ουσιαστική προστασία των εργαζομένων από καταχρηστικές απολύσεις. Μόνη η υποβολή ενός αιτήματος από την πλευρά του εργοδότη θα αρκεί ώστε το δικαστήριο να μην έχει τη δυνατότητα να διατάξει την επαναπασχόληση του εργαζομένου και την καταβολή μισθών υπερημερίας. Και αυτό ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης και του μεγέθους της επιχείρησης. Στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα λαμβάνει μόνο μια πρόσθετη αποζημίωση, η οποία έχει συγκεκριμένα ανώτατα όρια, ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας του, και δεν συνδέεται καθόλου με τη ζημία του.

Το προβληματικό της ρύθμισης δεν έγκειται μόνο στο ότι αυτή αντίκειται στο άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (απόφ. της 9.9.2020 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων CGS κατά Ιταλίας, αρ. προσφ. 144/2017). Ο εργοδότης διευκολύνεται να επιδείξει συμπεριφορές οι οποίες, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, είναι (και θα παραμείνουν) καταχρηστικές:

  • Να επιλέξει να απολύσει έναν εργαζόμενο που χρειάζεται λίγο χρόνο ασφάλισης για να θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης ή εργαζόμενο με μεγάλο χρόνο υπηρεσίας και σημαντικά οικογενειακά ή άλλα βάρη (παιδιά που σπουδάζουν, στεγαστικά δάνεια κ.λπ.), αντί για κάποιον άλλον ίσης απόδοσης που πλήττεται πολύ λιγότερο· να απολύσει εργαζόμενο τον οποίο ευχερώς θα μπορούσε να απασχολήσει σε άλλη, κενή θέση· να απολύσει εργαζόμενο για ασήμαντη αφορμή ή επειδή πρόκειται να λείψει για ορισμένο χρονικό διάστημα λόγω ασθένειάς του κ.ο.κ.

Είναι προφανές ότι αν ψηφισθεί το νομοσχέδιο ως έχει, οι εργοδότες θα έχουν μεγάλο κίνητρο να απολύουν τον πιο «ακριβό» εργαζόμενο· η καταχρηστικότητα της καταγγελίας δεν θα αποτελεί ιδιαίτερο πια εμπόδιο. Η αστική ποινή που προβλέπει το νομοσχέδιο ούτε αρκούντως αποτρεπτική είναι ούτε για να καλύψει τη ζημία του εργαζομένου αρκεί, ιδίως στις συνθήκες κρίσης και ανεργίας που ζούμε.

Αν ψηφισθεί το νομοσχέδιο ως έχει, ασφαλώς θα συμπιεσθούν εκ νέου οι μισθοί προς τα κάτω και θα μειωθούν δραστικά τα κίνητρα που θα προσφέρουν στο εξής οι εργοδότες για προγράμματα εθελουσίας εξόδου. Μεγάλο δε μέρος του κοινωνικού κόστους που θα προκληθεί θα κληθούν τελικά να επωμισθούν και πάλι το κοινωνικό κράτος και οι φορολογούμενοι. Ας ελπίσουμε ότι η κυβέρνηση θα το σκεφθεί ξανά.

*Ο κ. Δημήτριος Βασιλείου είναι δικηγόρος, πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Εργατολόγων.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο