Κοντεύουν πια να συμπληρωθούν δύο μήνες από τη δημόσια καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου, τον πυροκροτητή του ελληνικού #MeToo, κι έχω την αίσθηση πως έφθασε το πλήρωμα του χρόνου για μια πρώτη ψύχραιμη αποτίμηση  – που ασφαλώς  δεν θα είναι και η τελική. Το ελληνικό #MeToo, όπως κάθε αντίστοιχης ή και πιο ριζοσπαστικής επίδρασης κίνημα που μεταλαμπαδεύτηκε στο παρελθόν από το εξωτερικό, φέρει τα σημάδια από τις ιδιαιτερότητες του τόπου μας, αλλά και από τις στρεβλώσεις της καθυστέρησης μέχρι τη μεταλαμπάδευσή του. Το γεγονός και μόνο ότι η Σοφία Μπεκατώρου δεν προέβαινε στην καταγγελία της για πρώτη φορά (έστω και σε πιο ήπια μορφή) αλλά για πρώτη φορά η πυρκαγιά δεν έσβησε στο λίκνο της, όμοια με αναρίθμητες άλλες ανώνυμες ή επώνυμες θνησιγενείς καταγγελίες, μας οδηγεί αβίαστα στο παρθενικό, αν και φαινομενικά οξύμωρο συμπέρασμα: δεν ήταν πάντοτε η κατάλληλη στιγμή· η κατάλληλη στιγμή ήταν τώρα.

Ας μη βιαστούμε να το προσπεράσουμε. Γιατί η κατάλληλη στιγμή ήταν τώρα; Γιατί δεν ήταν πριν από έξι μήνες ή πριν από έξι χρόνια; Γιατί τότε η σεξουαλική παρενόχληση αντιμετωπιζόταν με εφηβική καζούρα από τους πανελίστες (τα παραδείγματα είναι ακόμη νωπά στη μνήμη μας) ενώ σήμερα, και με μόνη την υποψία ότι θα προβείς σε κάποια αποκάλυψη, οι παρουσιαστές σε αντιμετωπίζουν με το ιερό δέος που προ πεντηκονταετίας θα αντιμετώπιζαν κι έναν φυγάδα πράκτορα της KGB με μικροφίλμ για τις σοβιετικές πυρηνικές κεφαλές, σου λένε «πάρε τον χρόνο σου», χαλάρωσε, και αν δεν σου φθάνει ο χρόνος της εκπομπής, δεν πειράζει, άλλες δέκα εκπομπές θα σου στρώσουν χαλί να τις πατήσεις… Γιατί τότε οποιαδήποτε καταγγελία γείτονα (αχ, αυτοί οι διαχρονικοί γείτονες, οι πάντοτε ενημερωμένοι και οι πάντοτε εμβρόντητοι!) θα έπεφτε πάνω στο νυσταγμένο βλέμμα του αξιωματικού υπηρεσίας, εάν δεν κατέληγε απευθείας στον κάλαθο των αχρήστων, ενώ τώρα αρκεί για να σου φορέσουν βραχιολάκια προτού βγάλεις τις πυτζάμες;

Η απάντηση είναι προφανής: τότε ήσουν μόνος. Είτε το θύμα ήσουν είτε ο θύτης, ήσουν μόνος σαν την καλαμιά στον κάμπο. Εάν ήσουν ο θύτης πίστευες ότι αυτή η μοναξιά – η έλλειψη μαρτύρων – ήταν και η τελευταία σου ασπίδα, έτσι και κάτι στράβωνε στην πορεία· εάν το θύμα σου δεν δελεαζόταν από τα «αντισταθμιστικά οφέλη» που θα αποκόμιζε (από ένα γλίσχρο μεροκάματο έως την προοπτική μιας λαμπρής καριέρας), εάν δεν σε θαύμαζε ούτε σε φοβόταν… – τότε; Τι θα σου έκανε τότε; Στην τελική, ήταν ο «λόγος του» απέναντι στον «λόγο σου»· μάλλον θα κέρδιζε όποιος από τους δυο σας θα άντεχε στην πίεση και στα έξοδα μιας μακρόχρονης δικαστικής διαμάχης (μάντεψε ποιος)… Εάν πάλι ήσουν το θύμα, γνώριζες ότι είχες ελάχιστες πιθανότητες να φθάσει η καταγγελία σου έως το ακροατήριο, ακόμη λιγότερες να καταδικαστεί ο θύτης και συντριπτικά λίγες να ξαναβρείς δουλειά στην πιάτσα από τη στιγμή που θα έμπαινες στη μαύρη λίστα των «αχάριστων ευεργετημένων», χώρια που θα σου κολλούσαν και τη ρετσινιά του «δικομανούς». Ουσιαστικά τότε, στην προ Μπεκατώρου εποχή, δεν υπήρχε καμία επιτακτική ανάγκη, καμία σαρωτική κινητήρια δύναμη που να ωθεί τις εξελίξεις προς την αποκάλυψη και τον κολασμό. Οι καταγγελίες μούχλιαζαν στα εισαγγελικά αρχεία, όπως τα αδιάβαστα χειρόγραφα στους εκδοτικούς οίκους. Αυτόν τον βάλτο της ακηδίας, την αμέριμνη ομερτά -άλλοτε ακούσια, άλλοτε εκούσια – ταρακούνησε το κίνημα του #MeToo. Τόσο για το καλύτερο όσο και για το χειρότερο: δεν ήσουν μόνος πια· δεν θα ήσουν ποτέ πια μόνος.

Κάπου εδώ θα ήθελα να πέφτουν οι τίτλοι του τέλους, να μπαίνουν τα βιολιά και να ζούμε όλοι εφεξής σε έναν κόσμο πιο ηθικό, πιο δίκαιο, πιο υγιεινό και από διαφήμιση μαργαρίνης: οι κακοί στα σίδερα, να τους ταλανίζουν νυχθημερόν οι Ερινύες και οι καλοί να βρίσκουν επιτέλους απάνεμο λιμάνι για τη γαλήνη της ψυχής τους. Ωστόσο, ακόμη και αν δεν με έβαζε σε υποψίες το γεγονός ότι μπροστάρηδες στην εκστρατεία κάθαρσης έσπευσαν να πλασαριστούν και ορισμένοι από τους πλέον δύσοσμους αρουραίους των μέσων μαζικής επικοινωνίας, καθώς και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που εξυπηρετούν πάνω κάτω τις ίδιες αποχετευτικές μας ανάγκες, μια άλλη λεπτομέρεια, που μάλλον πέρασε απαρατήρητη από το ευρύ κοινό, με παρότρυνε να μη βιαστώ να πανηγυρίσω για την επικράτηση των δυνάμεων του Φωτός έναντι των δυνάμεων του Σκότους.

Ιδού πώς έχει η ιστορία εν τάχει. Πριν από έναν μήνα περίπου μια «πολύ γνωστή» τραγουδίστρια κατήγγειλε για σεξουαλική παρενόχληση  έναν «πολύ γνωστό» ηλικιωμένο μουσικοσυνθέτη. Δεν αποκάλυπτε το όνομά του (άλλωστε η σεξουαλική παρενόχληση, κατά την καταγγέλλουσα, είχε συμβεί πριν από πολλά χρόνια και το ποινικό αδίκημα είχε ήδη παραγραφεί), αλλά τον «φωτογράφιζε», ούτως ώστε να εικάσουν οι παροικούντες εν Ιερουσαλήμ την ταυτότητά του. Ευθύς ανέκυψαν διάφορα δισεπίλυτα προβλήματα: πόσοι είναι οι παροικούντες εν Ιερουσαλήμ, πόσοι θεωρούν ότι είναι οι παροικούντες εν Ιερουσαλήμ δίχως και να είναι στην πραγματικότητα, πόσοι είναι οι «πολύ γνωστοί» ηλικιωμένοι μουσικοσυνθέτες κ.ο.κ. Με δεδομένο ότι ο Νεοέλληνας θεωρεί τον εαυτό του ειδήμονα επί παντός επιστητού και, ως εκ τούτου, «πολύ γνωστό» εκείνον που ξέρει ο ίδιος, τρεις «πολύ γνωστοί» ηλικιωμένοι μουσικοσυνθέτες ταίριαξαν με τη φλουταρισμένη «φωτογραφία». Προς τιμήν της, η «πολύ γνωστή» τραγουδίστρια ταράχτηκε.

Για την ακρίβεια, όταν «φωτογράφιζε» τον θύτη της, ποτέ δεν ανέμενε ότι κάποιοι από τους παροικούντες ή τους wannabe παροικούντες θα αναγνωρίσουν στη θαμπή περιγραφή του θύτη τα «χαρακτηριστικά» δύο άλλων ηλικιωμένων μουσικοσυνθετών, όχι μονάχα ασχέτων με τη σεξουαλική της παρενόχληση, αλλά και προσφιλών της προσώπων. Το δίλημμα της «πολύ γνωστής» τραγουδίστριας ενείχε πλέον κάτι από τα διλήμματα τραγικών ηρωίδων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μολονότι αρχικά δεν σκόπευε να κατονομάσει τον φερόμενο ως θύτη – σεβόμενη, όπως δήλωσε, και την ηλικία του -, υποχρεώθηκε εντέλει να τον κατονομάσει προκειμένου να καθαρίσει τον λεκέ από την υπόληψη των άλλων δύο αθώων. Φαντάσου να είσαι στη θέση του φερόμενου ως θύτη. Με το φλουτάρισμα τη σκαπουλάρεις και την πληρώνεις ταυτοχρόνως. Σιχτιρίζεις ή δεν σιχτιρίζεις την γκαντεμιά σου;

«Τι να κάνουμε;», θα σήκωναν τους ώμους οι απανταχού κυνικοί· «κάθε πόλεμος μετράει και θύματα μεταξύ των αμάχων». Σωστό, πολύ σωστό. Οπως όλα τα κινήματα, έτσι και το ελληνικό #MeToo θα έχει τις παράπλευρες απώλειές του. Προτιμότερη ήταν δηλαδή η προγενέστερη «άκρα του τάφου σιωπή»; Αστειεύεστε; Με το #MeToo ασυζητητί. Αρκεί να μη φάμε κι εμείς καμιά αδέσποτη.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο