Ακούγεται συχνά, κυρίως σε κύκλους της Αριστεράς, ότι η εργατική τάξη δεν έχει κανένα λόγο να συμμετέχει κι ούτε πρέπει να παρασύρεται ή να παραπλανάται από τα πλαστά διλήμματα που θέτουν οι αστικές τάξεις σχετικά με την πατρίδα και το έθνος. Επισφραγίζεται δε αυτή η επιχειρηματολογία πάντα με τo τσιτάτο «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα». Είναι γνωστό το πρόβλημα της χρήσης αποφθεγμάτων από κλασικά κείμενα με τρόπους που μπορεί να διαστρεβλώνουν το πραγματικό νόημά τους, καθώς απομονώνονται από το όλο πλαίσιό τους. Όλοι γνωρίζουμε, πως τα ίδια τσιτάτα χρησιμοποιούνται με εντελώς διαφορετικούς τρόπους από διαφορετικά ιδεολογικά ρεύματα ή πολιτικά κινήματα. Αυτό ισχύει κατ’ εξοχήν με τα μαρξικά κείμενα· πράγματι, πολύ συχνά στο όνομά τους έχουν εκφραστεί ιδέες και απόψεις που, σε τελική ανάλυση, αναιρούν την ουσία τους.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και το » η θρησκεία είναι το όπιο του λαού».
Δεν είναι επίσης σπάνιο το φαινόμενο κάποια σχήματα λόγου, κάποιες ρητορικές ή μεταφορικές εκφράσεις να εκλαμβάνονται κυριολεκτικά και να χάνουν το βαθύτερο νόημά τους. Ένα τέτοιο τσιτάτο είναι και το «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα».

Κατά την άποψή μου, η φράση αυτή αποτελεί ένα σχήμα λόγου, που στοχεύει στην ανάδειξη των άθλιων συνθηκών ζωής της εργατικής τάξης και της αλλοτρίωσης που υφίστατο, καθώς υποτάσσόταν στις λειτουργίες και τα συμφέροντα του κεφαλαίου, φαινόμενα που την οδηγούσαν σε εξαθλίωση την εποχή που τη μελετούσαν οι Μαρξ και Ένγκελς. Σε τέτοιες καταστάσεις είναι βεβαίως δύσκολο να λειτουργούν στις συνειδήσεις των ανθρώπων αξίες που φαντάζουν «πολυτέλεια». Το νόημα δηλαδή της φράσης είναι με απλά λόγια το έξης: μέσα σε συνθήκες αθλιότητας τι πατρίδα να σκεφτεί κανείς; Εχει άραγε πατρίδα, όταν τον αποξενώνουν από τις βασικές προϋποθέσεις της παραγωγής και αναπαραγωγής της ζωής του, υλικές και συμβολικές;.

Η φράση λοιπόν αυτή ήταν ένα σχήμα λόγου, που αποσκοπούσε να τονίσει τις συνθήκες καταπίεσης και αλλοτρίωσης των εργατών εκείνης της εποχής και δεν είχε το κυριολεκτικό νόημα ότι οι εργάτες όντως δεν έχουν πατρίδα.

Αν ορίσουμε την πατρίδα ως τον τόπο που γενιέται κανείς αλλά και τον συμβολικό χώρο που μοιράζεται με μια ευρύτερη ομάδα ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά, δεν θα βρούμε κανέναν άνθρωπο δίχως πατρίδα, παρά τις όποιες ταξικές ή άλλες διαφοροποιήσεις στους κόλπους των εθνών. Θα βρούμε βεβαίως ανθρώπους εξαναγκασμένους να είναι «απάτριδες» ή ανέστιοι, θα βρούμε εξόριστους και ξενιτεμένους, αλλά δεν θα βρούμε κανέναν άνθρωπο που να μην έχει έστω και ένα συμβολικό κόσμο ένταξης. Αυτός ο συμβολικός κόσμος ένταξης μπορεί να προσδιορίζεται από χαρακτηριστικά όπως η γλώσσα, η θρησκεία, τα ήθη, οι αξίες, η ιστορία κ.ο.κ. και ως τέτοιος δεν θα πάψει να υπάρχει, όσο υπάρχουν άνθρωποι-κοινωνικά όντα.

Πατρίδα δεν είναι μόνον οι πόροι και τα μέσα παραγωγής -αλίμονο αν ήταν μόνον αυτό, διότι δεν θα υπήρχε. Είναι κυρίως ένα σύνολο κοινών χαρακτηριστικών και αξιών που μοιράζονται οι λαοί που απαρτίζουν τα έθνη.

Απο την εποχή της νεωτερικότητας και μετά, τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, το έθνος συνιστά τη μεγάλη νοερή κοινότητα,  προέκταση του τόπου καταγωγής, της γενέθλια μικρής πατρίδας, στους κόλπους της οποίας κοινωνικοποιούνται και αποκτούν συνείδηση του εαυτού τους, ατομικού και συλλογικού, όλοι οι πολίτες. Οι διαφορές δεν ακυρώνουν την ενότητα. Υφίστανται στο πλαίσιό της. Άλλωστε, δεν μπορεί να υπάρξει διαφορά παρά στο πλαίσιο μιας ολότητας.
Και οι ταξικές διαφορές, η ίδια «η πάλη των τάξεων» σε αυτό το πλαίσιο συμβαίνει…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο