Πολλά ακούμε τις τελευταίες μέρες περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας, ειδικά μάλιστα από φίλους και παρατρεχάμενους της παράταξης που, όταν συγκυβερνούσε με το κόμμα του Πάνου Καμμένου, είχε σηκώσει υπέρ πάντων αγώνα να χειραγωγήσει, να φιμώσει, να κλείσει εφημερίδες και κανάλια που βάφτιζε «εχθρούς». Λοιπόν, για να εξηγούμαστε.

Ενας δημοσιογράφος, στο πλαίσιο της δουλειάς του, μπορεί να μιλάει και να αντλεί πληροφορίες για ό,τι θέλει, από όποιον θέλει. Από τον φίλο του, από έναν άγνωστο στον δρόμο, από αυτόν που ζυγίζει τα φρούτα στο σουπερμάρκετ, από τον ταξιτζή, από τη θεία του στο χωριό. Αυτό όμως που δημοσιεύει πρέπει να είναι τσεκαρισμένο. Αν είναι ανεπίσημη πληροφορία από ανεπίσημη πηγή, το λέει εξαρχής και δεν την παρουσιάζει ως γεγονός. Τα «κάποιος μου είπε κάτι που του είπε κάποιος που κάτι άκουσε» δεν λέγεται δημοσιογραφία, λέγεται Μπερλίνα. Ξέρετε, εκείνο το παλιό παιχνίδι που ούτε εγώ δεν έχω προλάβει καλά καλά: «Καλησπέρα σας, κυρία Μπερλίνα, πέρασα από το παζάρι και άκουσα πολλά για εσάς».

Ενα παράδειγμα στην τύχη. Κυκλοφορεί εδώ και λίγες μέρες (καθόλου τυχαία, νομίζω) ως «τελεσθέν» η ανεπίσημη πληροφορία ότι η καθηγήτρια μουσικής διδασκαλίας στη Σχολή του Εθνικού Μελίνα Παιονίδου πέρασε χαριστικά στις εξετάσεις την κόρη της Μαρίνα Σπανού. Και να οι κλαυθμοί και οι οδυρμοί για τα υπόλοιπα παιδιά που αδικούνται, και να τα «λαϊκά αιτήματα» να ακυρωθούν οι εξετάσεις.

Χθες όμως διάβαζα στα «ΝΕΑ» και στο σάιτ της εφημερίδας την απάντηση που έδωσε επ’ αυτού η διευθύντρια σπουδών της Δραματικής Σχολής Δηώ Καγκελάρη. Η Μελίνα Παιονίδου όχι μόνο δεν ήταν παρούσα στην εξέταση της κόρης της, όχι μόνο δεν τη βαθμολόγησε, αλλά δεν είχε καν δικαίωμα ψήφου στις εξετάσεις των άλλων υποψηφίων.

Οι «Μπερλίνες» της δημοσιογραφίας, στην προκειμένη περίπτωση, βασίστηκαν στις ανεπίσημες πληροφορίες και χωρίς να σηκώσουν ένα τηλέφωνο για να τις διασταυρώσουν, τις πέταξαν εν είδει φέιγ βολάν στο Διαδίκτυο. Αυτό είτε από επαγγελματική ανεπάρκεια γίνεται είτε από σκοπιμότητα. Εχω υποψίες (από ανεπίσημες πηγές) ότι συμβαίνει το δεύτερο.

Ποιος κυνηγάει ποιον

Είδα ένα καλοφτιαγμένο βίντεο στο οποίο συμμετέχουν αγαπημένοι ηθοποιοί ως αντίδραση για τη φύλαξη των πανεπιστημιακών χώρων. Με χιουμοριστικό τρόπο σχολιάζουν αρνητικά τον «σκοπό» της πανεπιστημιακής αστυνομίας που θα απαγορεύει – όπως λένε – τη διακίνηση των ιδεών. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς ένας αστυνομικός μπορεί να απαγορεύσει τη διακίνηση μιας ιδέας. Οτι τι δηλαδή; Της λέει «Ιδέα, έως εδώ μπορείς να πας, ρούπι παραπάνω».

Αντίθετα, έχω να διηγηθώ στους αγαπημένους καλλιτέχνες πώς, πριν από τρία χρόνια, απαγορεύθηκε, από την εξουσία του τρόμου που κυριαρχούσε στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η διακίνηση της ιδέας του εθελοντισμού. Οι ομάδες που αλωνίζουν εδώ και δεκαετίες στο εκπαιδευτικό ίδρυμα όχι μόνο ακύρωσαν με το έτσι θέλω εκδήλωση για τον εθελοντισμό, αλλά τραμπούκισαν ασκώντας σωματική, λεκτική και ψυχολογική βία σε έναν εκ των ομιλητών. Στον Δημήτρη Κοντοπίδη, έναν άνθρωπο με 80% αναπηρία που εδώ και πολλά χρόνια κερδίζει μία μία τις μέρες της ζωής του. Τελευταία, τον βλέπουμε στο τηλεοπτικό σποτ για την κυστική ίνωση, ασθένεια από την οποία πάσχει από τα οκτώ του χρόνια και περιορίζει τη λειτουργία των πνευμόνων κάτω από το 30%.

Ο Δημήτρης άντλησε από την ασθένειά του πίστη για ζωή. Για τη δική του ζωή αλλά και όλων των «συνασθενών» του. Αγωνίστηκε για τις συνθήκες νοσηλείας και θεραπείας, για την εισαγωγή φαρμάκων. Το προσδόκιμο ζωής για πάσχοντες από κυστική ίνωση είναι κάτω από 30. Ο ίδιος έκλεισε πριν από λίγους μήνες τα 38. Σε αυτόν τον άνθρωπο πούλησαν τσαμπουκά τα κουτσαβάκια των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο