Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης*

Είκοσι πέντε χρόνια μετά την αποφράδα νύχτα της 31ης Ιανουαρίου του 1996 και με αφορμή τη συγκαιρινή κύρωση του νομοσχέδιου του Ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών:

«Καθορισμός του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης στη θαλάσσια περιοχή του Ιονίου και των Ιονίων Νήσων μέχρι το Ακρωτήριο Ταίναρο της Πελοποννήσου», από τη Βουλή για την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ., μας δίδεται η ευκαιρία να αναδιφήσουμε στα ιστορικά γεγονότα και να διδαχθούμε από το παρελθόν για να αντιμετωπίσουμε το παρόν και να προετοιμαστούμε για το μέλλον.

Η εφαρμοσθείσα τουρκική επιθετικότητα από το 1974 και ύστερα, με την εισβολή και κατοχή του ενός τρίτου του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, την έμπρακτη αμφισβήτηση των θαλάσσιων, εναέριων και εδαφικών συνόρων στο Αιγαίο, τις ελληνοτουρκικές κρίσεις του 1976 &  1987, το διακηρυγμένο casus belli της Άγκυρας σε ενδεχόμενη επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ. στο Αιγαίο και το συνεπακόλουθο θερμό επεισόδιο στα Ίμια τον Ιανουάριο του 1996, καταδεικνύουν εναργώς το μέγεθος της απειλής.

Αναλυτικότερα, η Τουρκία κατοπτρίζεται ως ένα κράτος που δεν είναι ικανοποιημένο με το υπάρχον εδαφικό καθεστώς και επιδιώκει να ανακινήσει τη διαδικασία αλλαγής του, προδηλώνοντας την αποφασιστικότητά της, να απαντήσει σε «κάθε γεγονός που απειλή τους στρατηγικούς της υπολογισμούς». Όπως χαρακτηριστικά αποφαίνεται ο Α. Νταβούτογλου, εξετάζοντας την τουρκική πολιτική στάση στην περίπτωση της κρίσης των Ιμίων:

«Η προσέγγιση του ζητήματος (Ίμια) δεν πρέπει να γίνεται ωσάν να πρόκειται για μία οποιαδήποτε τυχαία βραχονησίδα. Η Τουρκία, εξαιτίας των προηγούμενων σοβαρών διπλωματικών παραλήψεων, έχει ήδη φτάσει στο ύστατο σημείο υποχωρήσεων στο Αιγαίο. Μετά από αυτό, κάθε συμβιβασμός που θα γίνει μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες που ενδέχεται να φθάσουν ακόμη και ως την εξαφάνιση του ζωτικού χώρου της Τουρκίας στο Αιγαίο και κατ’ επέκταση του χώρου που κινείται στον άξονα Μεσόγειος-Εύξεινος Πόντος».

Στο περιβάλλον αυτό καλούμαστε να αναζητήσουμε και να καταδείξουμε το αξονικό αίτιο της Τουρκικής επιθετικότητας που συνίσταται στον περιορισμό ή ακόμη και στην καθολική απαγόρευση της άσκησης των διεθνώς αναγνωρισμένων κυριαρχικών δικαιωμάτων της Αθήνας, στις θαλάσσιες – εναέριες ζώνες της, και στη μετατροπή μιας σειράς νησιών, νησίδων και βραχονησίδων στο Αιγαίο σε “Terra Nulious”. Θυμίζουμε ότι το ζήτημα της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. ήταν το κεντρικό επιχείρημα της Άγκυρας για την αιτιολόγηση της σθεναρής πολιτικής της στάσης έναντι της Αθήνας, στην κρίση των Ιμίων.

«(…) Μου λέει ο Κρίστοφερ, οι Τούρκοι λένε ότι ξεκινάτε την επέ­κταση των χωρικών σας υδάτων σε 12 μίλια.

Του απάντησα ότι είμαι ευτυχέστατος, γιατί το απόγευμα μιλώ­ντας στη Βουλή για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης επανέλαβα την πάγια ελληνική θέση ότι αυτό είναι δικαίωμά μας αδιαπραγμάτευτο, αλλά θα το ασκήσουμε όποτε εμείς επιθυμούμε και ότι δεν θα το ασκήσουμε εν πάση περιπτώσει τώρα». (Θ. Πάγκαλος)

Ανάλογη και αντίστοιχη ήταν η προϊούσα  πολιτικοστρατηγική συμπεριφορά της Άγκυρας στην κρίση του Αυγούστου του 1976 και του Μαρτίου του 1987 σε μια προσπάθεια να απαγορεύσει το αναφαίρετο, κυριαρχικό δικαίωμα της Αθήνας για έρευνα-εκμετάλλευση της αιγιακής υφαλοκρηπίδας, προβάλλοντας την πολιτική αξίωση για τη μη ύπαρξη αυτοτελούς υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) των νησιών πέραν της αιγιαλίτιδας ζώνης τους, τονίζοντας με έμφαση σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων, την Κρήτη και την Κύπρο. (Τσιριγώτης, Ελλάδα-Τουρκία. Θεωρία και Στρατηγική Αποτροπής)

Ποιο είναι όμως το απώτερο δίδαγμα που εξάγουμε από τις ελληνοτουρκικές κρίσεις και δύναται να αποτελέσει τον κεντρικό προσανατολισμό στη διαδικασία διαμόρφωσης-εφαρμογής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής;

Αξιολογώντας τη διαμορφωθείσα στρατηγική εξαναγκασμού της Τουρκίας, οδηγούμαστε αβίαστα-αναντίρρητα στην πολιτική αναγκαιότητα για την οικοδόμηση μιας στρατηγικής αποτροπής από την Αθήνα, πείθοντας την Άγκυρα ότι οποιοδήποτε ενέργεια που θα πλήξει τα ζωτικά συμφέροντα Ελλάδας-Κύπρου  θα της επιφέρει ένα μη αποδεκτό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κόστος. Η αποτροπή είναι μια διανοητική λειτουργία/διαδικασία που αποσκοπεί στον επηρεασμό του τρόπου λήψης αποφάσεων των κρατικών δρώντων, με αντικειμενικό στόχο την προάσπιση-προαγωγή της αυτοσυντήρησης-ασφάλειας του εκάστοτε κράτους. Εμπερικλείει το σύνολο των πολιτικών δεσμεύσεων ενός κράτος να προασπίσει με όλα τα διαθέσιμα μέσα (οικονομικά, διπλωματικά, στρατιωτικά) τα εθνικά του συμφέροντα. Το μέτρο αξιοπιστίας των πολιτικών δεσμεύσεων είναι ανάλογο του βαθμού εθνικής ισχύος του κράτους και του  διακυβευόμενου σχετικού του συμφέροντος –επιβίωση.

Υπό αυτό το πρίσμα και συνεκτιμώντας ότι η αυξανόμενη σ’ ένταση και έκταση τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο και στην Κύπρο, κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο, αντικατοπτρίζει  το άνοιγμα της ψαλίδας στο ισοζύγιο της λανθάνουσας (ακαθάριστο εγχώριο προϊόν & πληθυσμός) και της στρατιωτικής ισχύος μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, επαληθεύοντας την υπόθεση του πρώην Τούρκου πρωθυπουργού-προέδρου, Τουργκουτ Οζάλ, (Μάρτιος 1987) ότι:  «όσο η Τουρκία δυναμώνει η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να φρονιμεύει…», η διαμόρφωση– εφαρμογή μιας εθνικής στρατηγικής εκτεταμένης αποτροπής (με συντελεστές ποιοτικής τεχνολογικής στρατιωτικής εξισορρόπησης) από τον Έβρο μέχρι την Κύπρο αποτελεί μείζονα κοινωνικοπολιτική αναγκαιότητα.

Σε αντίθετη περίπτωση και υπό το πρίσμα της γεωμετρικά αυξανόμενης ασσυμετρίας ισχύος με την Άγκυρα, αναμένεται η Αθήνα και η Λευκωσία να οδηγηθούν σε διμερείς διαπραγματεύσεις με την πρώτη, για την πολιτική επίλυση (διμερείς διαπραγματεύσεις) του συνόλου των εγειρόμενων διμερών και διεθνών θεσμικών διαφορών (μονομερών αξιώσεων ισχύος της Τουρκίας) και την de jure αναγνώριση της Τουρκικής συγκυριαρχίας/συνιδιοκτησίας στο Αιγαίο και την Κύπρο. Άλλωστε η επανέναρξή των διερευνητικών συνομιλιών, Ελλάδας-Τουρκίας και η προηγούμενη διαπιστωτική απόφανση της Ουάσιγκτον ότι «η πολυπλοκότητα των ζητημάτων στο Αιγαίο και η ασάφεια των διεθνών νομικών αρχών απαιτούν μια διευθέτηση μέσω διμερών πολιτικών διαπραγματεύσεων ή συμφωνημένων διαδικασιών τρίτων» ενθαρρύνοντας και «τις δύο πλευρές να διαπραγματευτούν για το σύνολο των ζητημάτων που τίθενται υπό διαμφισβήτηση» προδιαγράφει την μελλοντική τους απόληξη.

*Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας. Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο