Στις 25 Ιανουαρίου 1836 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος των Ανακτόρων του Όθωνα, που σήμερα στεγάζουν το ελληνικό κοινοβούλιο.

Είχαμε δει, σε προηγούμενο κείμενο, τη διαδικασία επιλογής της Αθήνας ως πρωτεύουσας της Ελλάδας, από τον Όθωνα, αλλά και τη διαδικασία επιλογής της τοποθεσίας όπου θα χτίζονταν τα ανάκτορα.

Τελικά, έγινε αποδεκτή η πρόταση του διευθυντή της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και επίσημου αρχιτέκτονα της βαυαρικής αυλής, Φρίντριχ φον Γκαίρτνερ και επιλέχθηκε ο λόφος του Αγίου Αθανασίου ή της Μπουμπουνίστρας (από την ομώνυμη πηγή) που σήμερα ονομάζουμε πλατεία Συντάγματος.

Γράφει το «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» της 11ης Δεκεμβρίου 1932: « Η ιδέα του Γκέρτνερ ήταν ότι για τα ανάκτορα, εκείνο το οποίο έπρεπε να ζητηθή ήταν ένας χώρος, ο οποίος να εκπληρώνη τους εξής δύο βασικούς όρους: να είνε περίοπτος και να ευρίσκεται στο υγιεινότερο σημείο της πόλεως»

Για την ανεύρεση του υγιεινότερου αυτού σημείου έγινε το εξής πείραμα:

«Ετοποθετήθησαν σε όλους [τους υποψήφιους χώρους] κομμάτια ωμού κρέατος προς τον σκοπόν να ιδούν ποιο από τα κομμάτια θα απεσυντίθετο αργότερα από τα άλλα (…) Το πείραμα έγινε με επισημότητα και σοβαρότητα κάπως κωμική.

»Στρατιώτες με εφ’ όπλου λόγχην εφρουρούσαν τα σφαχτά αυτά από την επιδρομή σκύλων και…ανθρώπων, γιατροί εσκυμμένοι πάνω από αυτά παρακολουθούσαν εμβριθώς την πορεία της αποσυνθέσεώς των.

»Το βραβείο της βραδυτέρας αποσυνθέσεως έλαχε στον μικρό λόφο του Αγίου Αθανασίου, όπως εκαλείτο τότε – το ύψωμα επί του οποίου εγείρονται σήμερα τα ανάκτορα».

Τα «ακριβά» σχέδια

Ο Βασιλίας Όθωνας ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Γκαίρντνερ να εκπονήσει τα σχέδια των νέων ανακτόρων, που όμως τελικά δεν εγκρίθηκαν.

«Σε αυτό [το σχέδιο] τα ανάκτορα δεν είχαν τη μορφή που έχουν σήμερα. Το κτίριο ήταν κομψότερο και “ευπετές”. Η δαπάνη όμως την οποία απαιτούσε η ανέγερσίς του εθεωρήθη μεγάλη για τα τότε οικονομικά του τόπου, ανέλαβε δε ένας άλλος αρχιτέκτων, ο Ρίδλερ, να μεταρρυθμίση το σχέδιο αυτό επί το οικονομικώτερο.

»Η οικονομία αυτή επέπρωτο να είνε εις βάρος του κτιρίου, το οποίο έγινε λιτώτερο μεν, αλλά βαρύ συγρόνως και ακαλαίσθητο. Ό,τι απέμεινε από το σχέδιο του Γκέρντερ ήταν η μεσημβρινή πλευρά του, η εστραμμένη προς τον κήπο.»

Η τελετή

Όπως φαντάζεται κανείς, η θεμελίωση των ανακτόρων έγιναν με κάθε επισημότητα, σε ημέρα που μόνο δεν ήταν τυχαία.

«Η κατάθεσις του θεμελίου λίθου των ανακτόρων έγινε την 25η Ιανουαρίου 1836- τρίτη επέτειο της αφίξεως του Όθωνος στην Ελλάδα.

»Παρά τη φτωχή κρατική παράστασι κατά την εποχή εκείνη, η τελετή είχε αρκετή επιβλητικότητα. Ο κύριος ως τόσο τόνος της ήταν ο γραφικός – χάρις στις εθνικές ενδυμασίες των παρισταμένων αγωνιστών και τις χτυπητές στολές που έφεραν οι Βαυαροί αξιωματικοί και η ακολουθία του πατρός του Όθωνος, βασιλέως Λουδοβίκου της Βαυαρίας».

Πριν την κατάθεση του θεμέλιου λίθου, έγινε δοξολογία στον ιερό ναό Αγίας Ειρήνης αλλά και στρατιωτική παρέλαση, που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον ασυνήθιστο ακόμα σε τέτοιες τελετές, αθηναϊκό λαό.

«Ύστερα, οι δύο αρχιβασιλείς ακολουθούμενοι  από τον αρχιγραμματέα της επικρατείας κόμητα Άρμανσμπεργ, από το υπουργικό συμβούλιο και τις αρχές επήγαν πεζή έως τον λόφο του Αγίου Αθανασίου.

»Όλη η ισοπεδωμένη κορυφή του μικρού λόφου ήταν στολισμένη με γιρλάντες μυρσίνης και δάφνης καθώς και από ένα πλήθος σημαίες που κυμάτιζαν στον πρωινό χειμωνιάτικο αέρα.

(…)

»Ο κόσμος των Αθηνών είχε πλημμυρίση τα πέριξ του ισοπεδωμένου χώρου για να παρακολουθήση την ιστορική τελετή. (…) Οι μητέρες είχαν κουβαλήση ως και τα μωρά τους και στα μικροκαφενεία της Αγοράς, δεν είχε μείνη ούτε ένας πελάτης!…»

«Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών ευλόγησε τον θεμέλιο λίθο, κατόπιν δε, σύμφωνα με το αρχαίο έθιμο, ετοποθέτησαν κάτω του διάφορα νομίσματα και το έγγραφο της χρονολογίας μέσα σε χάλκινη θήκη.

»Το τυπικό χτύπημα της σφύρας το έδωσε ο βασιλεύς Λουδοβίκος, στον οποίο ο Όθων παρουσίασε τη μικρή σφύρα που του είχε εγχειρίση ο αρχιεπίσκοπος».

Η τελετή ετελείωσε με μουσικές, με κανονιοβολισμούς που έριψαν οι στρατωνιζόμενοι επί της Ακροπόλεως Βαυαροί και με τις ενθουσιώδεις ζητωκραυγές οι οποίες είχαν κατά πολύ το λόγο τους στο γεγονός ότι ο Όθων, ακολουθήσας υπόδειξι του πατρός του, είχε εμφανισθή στην τελετή αυτή φορώντας – πρώτη φορά – την εθνική ενδυμασία αντί βαυαρικής, όπως έως τότε στολής…»

Έναν μήνα μετά τη θεμελίωση, οι εργάτες που δούλευαν για την ανέγερση του κτιρίου ξεπερνούσαν τους 500.

Οι βασιλείς Όθωνας και Αμαλία εγκαταστάθηκαν σε αυτό τον Ιούλιο του 1843. Τριάντα χρόνια σχεδόν αργότερα, το 1862, ο ελληνικός λαός θα τους εκθρόνιζε, και νέος ένοικος θα γινόταν, λίγο αργότερα, ο βασιλίας Γεώργιος Α’.

Δύο μεγάλες πυρκαγιές (το 1884 και το 1909), διαδοχικές αλλαγές χρήσης από το 1922, όταν και εγκαταλείφθηκε οριστικά από τη βασιλική οικογένεια, και φυσικά η απόφαση της Κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου, τον Νοέμβριο του 1929 να στεγαστούν εκεί η Βουλή και η Γερουσία, μάς φέρνουν στο σημερινό κτήριο της Βουλής των Ελλήνων.

Συνεχίζει να στέκει επιβλητικό πάνω από τον θεμέλιο λίθο, που τοποθετήθηκε πριν από ακριβώς 185 χρόνια, με χαραγμένη πάνω του την επιγραφή: «Γη μήτερ, δέχου με ευμενώς, λίθον θέμεθλον Όθωνος βασιλεώς εν δομοίς 1836».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο