Μια σειρά κομμάτια του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που δημοσιεύτηκαν στα Νέα από τον Ιούλη έως το Νοέμβρη του 1975, έγιναν στα τέλη της ίδιας χρονιάς  βιβλίο από τις Εκδόσεις Ερμείας (επιμέλεια του Δημήτρη Ιατρόπουλου), που εκτείνεται σε 150 σχεδόν σελίδες, με πρόλογο του Αλέξανδρου Λυκουρέζου, και τίτλο Επαρχίες της Αθήνας.

Ένα εξαιρετικά σπάνιο, πια, βιβλίο

Όπως γράφει ο Λυκουρέζος: «Γέννημα της Αθήνας ο Λευτέρης, μεγάλωσε μέσα στην ομορφιά, τη μελαγχολία και το παράπονο της γειτονιάς. Έπαιξε και αγάπησε στους σκονισμένους δρόμους, ανακάλυψε τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Τσαρούχη κοιτάζοντας τ’ αγόρια που παίζανε μπάλλα και τα κορίτσια που χαχάνιζαν. Έτσι γιομάτος μνήμες και βιώματα ξεκίνησε τον αγώνα του, γράφοντας, βρίζοντας και τραγουδώντας.»

Ο διάσημος φωτογράφος, Δημήτρης (Ντίμης) Αργυρόπουλος, απαθανατίζει με τον φακό του πρόσωπα και τοπία της άτυπης περιπλάνησης του Λευτέρη Παπαδόπουλου γύρω από το κλεινόν άστυ. Περισσότερες πληροφορίες για τον συγκεκριμένο φωτογράφο δεν κατάφερα να βρω.

Στην έρευνα αυτή του Λευτέρη Παπαδόπουλου, όπως γράφει ο δημοσιογράφος Κώστας Παντελόγλου, είναι παρόντες με τα στοιχεία και τις γνώμες τους και οι Δήμαρχοι, οι εκλεγμένοι στις πρώτες μετά τη δικτατορία των συνταγματαρχών δημοτικές εκλογές: ο Ντίνος Κατσαφάνας (Κοκκινιά), ο Νίκος Χατζόπουλος (Δραπετσώνα), ο Φθενάκης (Κορυδαλλός), ο Μιχαήλ Δημητριάδης (Πέραμα), ο Δημήτρης Φωλόπουλος (Περιστέρι), ο Δημήτρης Κωνσταντιλιέρης (Βύρωνας), ο Γιάννης Δομνάκης (Νέα Ιωνία), ο Βασίλης Παπαδιονυσίου (Γαλάτσι), ο Δημήτρης Γιαχνής (Χαϊδάρι), ο Χονδρογιάννης (Ταύρος), ο Παναγιώτης Μακρής (Καισαριανή), ο Ανδρέας Παπαδημητρίου (Μοσχάτο), ο Σταύρος Μαυροθαλασσίτης (Αιγάλεω) και ο Χρήστος Φωτίου (Κερατσίνι).

Η γειτονιά του Φιλοπάππου 50 χρόνια πριν (δεν είναι μέρος της έρευνας Παπαδόπουλου)

Διαβάστε μερικά αποσπάσματα του βιβλίου:

Φοβερή Ρύπανση (Δραπετσώνα)

«Παρατάω, τώρα, το στυλό, ανεβαίνω σ’ ένα καμπαναριό και βάζω τις φωνές: Η μόλυνση του περιβάλλοντος στη Δραπετσώνα, είναι τρομακτική! Οι κάτοικοί της ρουφάνε, κάθε μέρα, δημητήριο με το καντάρι! Αιτία γι’ αυτή την κατάσταση, που είναι, βέβαια, φοβερά επικίνδυνη και για τον κόσμο, οι βιομηχανίες της περιοχής.»

Χαϊδάρι

«Το ρέμα, γεμάτο βρωμόνερα, σκουπίδια και κονσερβοκούτια, γεμάτο κουνούπια και μπόχα, περνάει πλάι απ’ τα χαμόσπιτα και κάποιες γέρικες συκιές, όπου τα παιδιά έχουν δέσει σκοινιά για κούνιες. Ο γέροντας με βλέπει απ’ το παράθυρο-μια τρύπα που χάσκει σ’ ένα πελώριο τοίχο-να τριγυρνάω όλος περιέργεια, ανάμεσα στα κοτέτσια και τα μπάζαμ νομίζει πως είμαι «κανένας του Υπουργείου» και με χαιρετάει με σεβασμό.

-Ήρθατε, επιτέλους; λέει

-Ήρθαμε.

-Καιρός ήταν! Πρέπει κάποτε, να τελειώνουμε μ’ αυτή την ιστορία! Μια ζωή μέσα στην ακαθαρσία, σε κάνει να νοιώθεις κι ο ίδιος ένα κομμάτι πατσαβούρα…»

Το Κόκκινο Αίμα (Καισαριανή)

«Τριάντα χιλιάδες άνθρωποι μαζεμένοι σ’ αυτή την περιοχή, δημοκρατική στη μέγιστη πλειοψηφία τους, αγωνίζοντα νύχτα-μέρα, σα σκλάβοι, για να βγάλουν το μεροκάματο. Εργάτες και υπάλληλοι μικροκαταστημάτων οι περισσότεροι, τσαγκαράδες, οικοδόμοι, μικροπωλητές, προσπαθούν να ενώσουν τις δυο άκρες του σπάγγου, αλλά δεν τα καταφέρνουν. (…) Τριάντα χιλιάδες άνθρωποι, πρόσφυγες οι περισσότεροι ή παιδιά προσφύγων, διψάνε για ένα θέατρο, για μια βιβλιοθήκη, για ένα χώρο όπου θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν μια διάλεξ ή μια συναυλία, αλλά δεν τον έχουν.»

Αιγάλεω

«Κάποια εποχή, το Μπαρουτάδικο έπαψε ναναι η καταχνιά(…) κι έγινε Αιγάλεω, κι έγινε η στάση Λιούμη, όπου έμενε ένα κορίτσι με χρυσά μάτια, ολόχρυσα, κι έγινε ποδοσφαιρική ομάδα, ο Τρύφωνας ο Τζανετής, ο Μιλιτιάδης ο Παπαποστόλου, ο Γιάννης ο Μαρδίτσης, κι έγιν’ ένας μεγάλος δρόμος μπουκωμένος από καμιόνια και καυσαέρια. Και χθες, απροσδόκητα, το Αιγάλεω έγιν’ ένας δήμαρχος, έγιν’ ένα ρέμα γεμάτο απελπισμένες νοικοκυρές και κουνούπια, έγιν’ ένα υπόγειο μιας ταβέρνας με δυο μέτρα νερό.»

Γαλάτσι

«Φεύγω από το Γαλάτσι. Μαθαίνοντας πως ένας λόφος που βρίσκεται μεταξύ των οδών Δρίσκου και Πασσώβ έχει παραχωρηθεί στην διάρκεια της δικτατορίας σε συνεταιρισμό αξιωματικών, ενώ θα μπορούσε να γίνει ένας μικρός πνεύμονας πράσινου για την περιοχή. Κατά τα άλλα, η ζωή προχωράει ωραία, οι λομορφες μπαινοβγαίνουν τα βράδια στη Λυκόβρυση, η Ντόρα τηλεφωνεί καθημερινώς στο Νοτιά από τη Στοκχόλμη και ο Αλέξανδρος ψάχνει με μανία για μια Ρολς Ρόυς με σωφέρ…»

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είναι τολμηρός και αιχμηρός στον λόγο του, δεν χαρίζεται πουθενά, λειτουργεί όπως οφείλει να λειτουργεί ένας δημοσιογράφος, καταγραφέας της πραγματικότητας όπως αυτή είναι. Φυσικά, κάνει κι ένα βήμα παραπέρα: γράφει καλά και γλαφυρά, μοιράζεται την αλήθεια όπως την βλέπει αυτός και, μέσα από το δικό του πρίσμα, αυτή φαίνεται ακόμα πιο χειροπιαστή. Πήγε, είδε, κατέγραψε. Συνομίλησε, βάδισε, κατέβηκε, ανέβηκε. «Οι Επαρχίες της Αθήνας» είναι η καλοκουρδισμένη καταγραφή μιας δράσης. Η δημοσιογραφία είναι το πριν και, επίσης, το μετά του κειμένου.

Δηλαδή, τι κάνεις πριν ξεκινήσεις να γράφεις, τι υλικό έχεις στα χέρια σου, με ποιους έχεις μιλήσει, αλλά και τι συμβαίνει αφού δημοσιευτεί το κείμενό σου, αν η πένα σου είναι ικανή να αλλάξει έστω και κάτι ελάχιστο.

Το Κερατσίνι του 1975 έμοιαζε περισσότερο με χωματερή

Γαλάτσι, γεμάτο πέτρες και χώματα

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είχε στόχο, μέσω της έρευνάς του, να ρίξει το τείχος της αδιαφορίας και της αδράνειας των αρμοδίων φορέων για να ζουν οι κάτοικοι στα προάστια της Αθήνας πιο ανθρώπινα, πιο καθαρά, πιο αξιοπρεπώς. Τα κείμενά του θεωρούνται μέχρι σήμερα μια σημαντική προσφορά στην δημοσιογραφία και τον αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη, καθώς έφεραν κάποια θέματα στην επιφάνεια και έδωσαν κίνητρο σε δημοσίους υπαλλήλους, δασκάλους και γονείς παιδιών να κινητοποιηθούν και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους για αξιοπρεπή διαβίωση.

Είναι σημαντικό να ξαναθυμηθούμε την εποχή: πριν το 1975, κάθε απεργία εθεωρείτο αυθαίρετη και απαράδεκτη. Είχαν μόλις αρχίσει να αλλάζουν λίγο τα πράγματα σε σχέση με τον συνδικαλισμό, όμως και πάλι, δεν ήταν κάτι εύκολο και αυτονόητο ο συνασπισμός ανθρώπων με κοινά παράπονα και δικαιώματα κάτω από έναν κοινό σκοπό και η διαδήλωση για αυτόν.

Η έρευνα του Παπαδόπουλου διαλύει μύθους για την περίοδο της Χούντας

Η  Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Γ. Καραμανλή  (Νοέμβριος 1974 – Νοέμβριος 1977) σχηματίστηκε μετά την νίκη του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας στις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης.Η κυβέρνηση σχεδόν αμέσως μετά τον διορισμό της, πραγματοποίησε το δημοψήφισμα για την αλλαγή του Πολιτεύματος. Με πλειοψηφία 69,8% ο ελληνικός λαός αποφάσισε την κατάργηση της Μοναρχίας και την εγκαθίδρυση προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Μια νέα εποχή ξεκινούσε στην χώρα μας, η οποία είχε ήδη περάσει μερικές πολύ δύσκολες δεκαετίες: το τέλος του πολέμου, ο εμφύλιος, η δικτατορία. Ειδικά η περίοδος της Χούντας δεν ήταν τόσο ειδυλλιακή για την οικονομία και τον τρόπο ζωής των πολιτών, όπως συχνά ακούγεται μέχρι και σήμερα από κάποιους ψευδονοσταλγούς της.

Από το 1971, τα νοικοκυριά σήκωναν το βάρος σχεδόν του 90% των φορολογικών εσόδων. Το 55% των φορολογικών εσόδων του κράτους προερχόταν από έμμεσους φόρους, που πάντοτε πλήττουν τους ασθενέστερους, και το 36% από την φορολόγηση των νοικοκυριών. Ντόπιοι και ξένοι μεγαλοεπιχειρηματίες δικαιούνταν φοροελαφρύνσεις και μεγάλες επιστροφές, τριπλάσιες ενίοτε, από τους φόρους που είχαν πληρώσει στο δημόσιο!

Το υποτιθέμενο “οικονομικό θαύμα της Χούντας” δεν ήταν παρά μία προπαγάνδα, καθώς εκείνα τα χρόνια ο πληθωρισμός όλο και αυξανόταν: 15,3% από το 1972 στο 1973 και 37,8% την επόμενη χρονιά, και μάλιστα στα είδη πρώτης ανάγκης και την υγεία.  Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 4%.

Κάτι που επίσης ακούγεται συχνά για την περίοδο της Χούντας, είναι ότι «φτιάχτηκαν δρόμοι κι έγιναν έργα». Η έρευνα του Παπαδόπουλου δείχνει ότι κάτι τέτοιο απλώς δεν ισχύει. Άδειες για ανέγερση αυθαιρέτων στα πιο άκυρα σημεία, μπορεί. Πάντως, δρόμοι και υποδομές ανθρώπινων γειτονιών δεν έλαβαν χώρα. Οι συνοικίες της Αθήνας έμοιαζαν περισσότερο με παραγκουπόλεις, ενώ πολλές από αυτές δεν είχαν ρεύμα ή νερό-κάποιες έμοιαζε να έχουν ελάχιστα αλλάξει από την έλευση των προσφύγων πενήντα χρόνια πριν.

Το 1971-το λένε επίσημα στοιχεία!- το 26% των νοικοκυριών δεν είχαν κουζίνα, το 64% δεν είχαν λουτρό ή ντους και το 7,2% δεν είχαν αποχωρητήριο! Η Ελλάδα εκείνα τα χρόνια άλλαζε: το διάστημα μεταξύ 1960-1976 μετανάστευσαν στην Γερμανία σαν εργάτες 623.300 Έλληνες, αποτελώντας το  84% του συνολικού μεγέθους της ελληνικής, μεταπολεμικής, μετανάστευσης στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με άρθρο του Βήματος, στις 20/10/1973 το εξωτερικό χρέος ήταν στην εξαετία της δικτατορίας μιάμιση(!) φορά μεγαλύτερο απ’ όσο είχε φθάσει σε διάστημα 145 χρόνων, δηλαδή από καταβολής του ελληνικού κράτους.

Το βιβλίο «Επαρχίες της Αθήνας» δείχνει γλαφυρά πώς ζούσαν χιλιάδες άνθρωποι στην πόλη. Πολλά παιδιά των περιγραφών του, σήμερα είναι νέοι άνθρωποι, ούτε πενηντάρηδες και σίγουρα θα έχουν τις δικές τους αναμνήσεις από μια σκληρή καθημερινότητα επιβίωσης. Κάθε παιδική μνήμη σχεδόν έρχεται σε περιτύλιγμα αθωότητας, αλλά στον βωμό του πανέμορφου ρετρό και βίντατζ ας μην θυσιάζουμε συνεχώς την αντίληψή μας για το τι σημαίνει αξιοπρεπής διαβίωση.

Όχι, αντικειμενικά «τα παλιά τα χρόνια» δεν ήταν καλύτερα και ομορφότερα από τα σημερινά, ούτε ο τόπος μας έχει πάψει ποτέ να περνά δύσκολα. Το λέει ευθαρσώς ο Λευτέρης Παπαδόπουλος σε ένα από τα άρθρα του: «Δεν ξέρω τι θα κάνει η Κυβέρνηση. Εκείνο που ξέρω είναι ότι οι κάτοικοι δεν θα μείνουν με σταυρωμένα χέρια. Θα κινητοποιηθούν. Θα αγωνισθούν. Και θα νικήσουν.»

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο