Στις 8 Ιανουαρίου 2019 έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 86 ετών ο Φάνης (Θεοφάνης) Κακριδής, ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Ο γεννημένος στην Αθήνα Φάνης Κακριδής ήταν γιος του διαπρεπούς κλασικιστή Ιωάννη Θ. Κακριδή και της φιλολόγου Όλγας Κομνηνού – Κακριδή.

Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Κλασικής Φιλολογίας στα Πανεπιστήμια του Μάιντς και του Τύμπιγκεν, στη Γερμανία, όπου δίδαξε ως λέκτορας Αρχαίων και Νέων Ελληνικών.

Το 1964 εξελέγη καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, θέση στην οποία υπηρέτησε έως το 1984, με μια σύντομη διακοπή επί δικτατορίας.

Από το 1982 έως το 1984 διετέλεσε αντιπρόεδρος του Κέντρου Εκπαιδευτικών Μελετών και Επιμορφώσεως (ΚΕΜΕ) του υπουργείου Παιδείας.

Επίσης, διετέλεσε πρόεδρος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (1981-1982), ενώ δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης ως ειδικός επιστήμονας (1988-1990).

Στο πλαίσιο του συγγραφικού έργου του ο Φάνης Κακριδής, τακτικός αρθρογράφος στην εφημερίδα «Το Βήμα», ασχολήθηκε με την ιστορία, την ερμηνεία, την κριτική και τη μετάφραση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, καθώς και έργων ξένων πανεπιστημιακών που αναφέρονται σε αυτήν.

Στις 16 Οκτωβρίου 2012 ο αείμνηστος Φάνης Κακριδής είχε εκφωνήσει ομιλία στη Δράμα με τίτλο «Χρημάτων ήσσονες: καταχραστές του δημοσίου πλούτου».

Προσκεκλημένος του Συνδέσμου Φιλολόγων της Δράμας, ο Κακριδής είχε αναφερθεί στο ζήτημα της κατάχρησης του δημοσίου πλούτου από ανθρώπους της εξουσίας, μια διαχρονική πληγή, που επιβεβαιώνει –όπως είχε χαρακτηριστικά αναφέρει ο ομιλητής– τη διαπίστωση του Θουκυδίδη ότι στις πολιτείες συμβαίνουν «πολλά και χαλεπά γιγνόμενα μεν και αιεί εσόμενα, έως αν η φύσις ανθρώπων η» («δυσάρεστα φαινόμενα πολλά που συμβαίνουν και πάντα θα συμβαίνουν, όσο δεν αλλάζει η φύση των ανθρώπων»).

Αφού κάλυψε με τη γλαφυρή εξιστόρησή του και την πασίδηλη επιστημοσύνη του μια τεράστια χρονική περίοδο, από τα ομηρικά έπη έως τον Μακρυγιάννη και την Πηνελόπη Δέλτα, ο Κακριδής ολοκλήρωσε την πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτησή του ως εξής:

Κι εδώ σταματούμε, γιατί οι ομοιότητες με τα δικά μας οικεία κακά είναι μεγάλες. Και η γλώσσα της αλήθειας, όπως τη μίλησαν ο Μακρυγιάννης άμεσα και η Δέλτα έμμεσα, είναι μαλώτρα και πονά.

Όχι, δεν είναι μόνο οι Έλληνες που ευνοούν και ανέχονται τέτοια φαινόμενα  διαφθοράς. Εύκολα θα φέρναμε παραδείγματα από άλλες χώρες και εποχές. Διαψεύδουμε τον ιστορικό: το ρωμαϊκό δίκαιο είχε χωριστό κεφάλαιο για το αδίκημα της κατάχρησης του  δημοσίου πλούτου. Peculatus λεγότανε το αδίκημα και οι ποινές για τους αυτουργούς, τους  peculatores, δεν ήταν μικρές. Από άλλους λαούς και εποχές ας μνημονέψουμε μόνο –γιατί  είναι χαριτωμένο– το παράπονο ενός γάλλου τροβαδούρου που τον 13ο αιώνα –Μεσαίωνας, Γαλλία– τραγούδησε:

Τον κλέφτη τον φτωχό ανελέητα δικάζουν,

τον διαπομπεύουν και σκληρά τον τυραννούν.

Μα τον που κλέβει το δημόσιο θαυμάζουν

κι όλοι σαν άρχοντα τρανό τον ετιμούν.

Κυρίες και κύριοι

Φιλόλογος είμαι και φιλόλογοι με οδήγησαν στην ωραία σας πολιτεία. Επιτρέψτε μου έτσι τελειώνοντας να θυμηθούμε ένα από τα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε όταν διδάσκουμε τον αρχαίο, και όχι μόνο τον αρχαίο, κόσμο. Τι θα διδάξουμε; Θα διδάξουμε μόνο τις φωτεινές πλευρές προβάλλοντας και εντυπώνοντας στους μαθητές πρότυπα «εθνικής δόξης» και πολιτικής αρετής με την ελπίδα ότι μια μέρα θα τα μιμηθούνε; Ή  μήπως θα διδάξουμε αυτό που τώρα τελευταία πολύ διαφημίζεται ως ιστορική αλήθεια, απομυθοποιώντας πρόσωπα και πράγματα, ξεσκεπάζοντας τη μικρότητα των μεγάλων ανδρών, τα πάθη και τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω από τα ηρωικά γεγονότα; Θα προετοιμάσουμε όχι αιθεροβάμονες ιδεολόγους τότε, αλλά προσγειωμένους πολίτες, λειτουργικούς στην κοινωνία των λύκων. Υπάρχει σ’ αυτό το δίστρατο μία μέση λύση;  Είναι εφικτό άραγε το ευαγγελικό «και τούτο ποιείν και τ’ άλλο μη αφιέναι»; (του  Ματθαίου).

Και βέβαια, πρόσθετο αγκάθι στο πρόβλημά μας ο παραλληλισμός με τα σύγχρονα. Να το διδάξουμε ή να το παραλείψουμε εκείνο το απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα  του Μακρυγιάννη –αθάνατο κείμενο– όπου, αφού κατηγορήσει έναν έναν και με τ’ όνομά τους συγχρόνους του πολιτικούς που πλούτιζαν από τα κοινά, καταλήγει: «Οι δανεισταί μας ζητούν τα χρήματά τους. Λεπτό δεν τους δίνομεν από αυτά. Κάνουν επέβασιν στα πράγματά  μας». Τι θα πετύχουμε αν το διδάξουμε το κείμενο του Μακρυγιάννη σήμερα; Θα καλλιεργήσουμε την απέχθεια για το κακό; Ή μήπως θα καλλιεργήσουμε την κατανόηση, την αποδοχή, την ανοχή της κλεψιάς και της ανικανότητας; Δεν θ’ απαντήσουμε. Είναι  μεγάλη ευθύνη η απάντηση αυτή. Μπορούμε όμως απόψε όπου είπαμε τόσα για την  κατάχρηση του δημόσιου πλούτου να αναρωτηθούμε ένας ένας, φίλοι, και σιωπηλά μέσα μας. Τώρα που έτυχε να τ’ ακούσουμε όλ’ αυτά, γίναμε πιο αυστηροί; Είμαστε έτοιμοι να  κυνηγήσουμε και να τιμωρήσουμε τους καταχραστές; Ή μήπως σκεφτόμαστε ότι δεν κάνουν και τίποτε το ιδιαίτερο και, βρε αδερφέ, παντού και πάντα όσοι κυβερνούν μπορούν να κλέψουν και το κάνουν.

Και επιτρέψτε μου τώρα με ένα τέχνασμα ρητορικό να σας φέρω πίσω εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε. Σίγουρα δεν είχε άδικο ο Θουκυδίδης όταν έγραφε ότι «υπάρχουν πολλά και  χαλεπά, δυσάρεστα φαινόμενα που συμβαίνουν και πάντα θα συμβαίνουν, όσο δεν αλλάζει η φύση των ανθρώπων».

Και σας ρωτώ: να τη διδάσκουμε ή να μη τη διδάσκουμε οι δάσκαλοι αυτή την αλήθεια;

Ευχαριστώ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο