Στο πλαίσιο μιας συνέντευξης που είχε παραχωρήσει στη Σοφία Ζήση και δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό τόπο respublica.gr, ο φίλτατος Αντώνης Φωστιέρης, στον οποίον αφιέρωσα και ένα άρθρο μου μόλις χθες, είχε απαντήσει ως εξής στο ερώτημα εάν νιώθει ότι θα συνεχίσει το γράψιμο:

«Η ενστικτώδης και αυθόρμητη αντίδρασή μου θα ήταν να απαντήσω: ”Όχι, δεν νομίζω πως θα συνεχίσω”. Επειδή όμως αυτή την απάντηση θα έδινα ήδη από είκοσι χρονών μετά το γράψιμο ενός ποιήματος ή την έκδοση ενός βιβλίου, γι’ αυτό δεν θέλω να εκτεθώ επαναλαμβάνοντάς την, μολονότι τώρα θα είχα περισσότερες δικαιολογίες για να το κάνω. Γενικά, πιστεύω ότι ο λόγος πρέπει να είναι μια σπάνια εξαίρεση στον χρυσό κανόνα της σιωπής, καθώς έχω την ασφυκτική αίσθηση ότι μας πνίγει από παντού η ακατάσχετη πλημμυρίδα μιας γραπτής και προφορικής φλυαρίας, γεμάτης ανούσια κλισέ και κοινοτοπίες. Η αποφυγή του πλαστικού λόγου μιας χρήσεως είναι πλέον επιτακτική ανάγκη για τη σωτηρία του πνευματικού περιβάλλοντος».

Θεωρώ ιδιαίτερα εύστοχες και καίριες τις επισημάνσεις του Φωστιέρη για το «χρυσό κανόνα της σιωπής».

Έχω κατ’ επανάληψιν αναφερθεί σε δημοσιευμένα στο in.gr άρθρα μου στην ακατάσχετη φλυαρία, στην κουραστική πολυλογία και στη λογοδιάρροια, που έχουν αναπόφευκτα ως κατάληξη το μηρυκασμό, τα ανούσια κλισέ και τις κοινοτοπίες.

Εξόχως γλαφυρή κρίνω και την αναφορά του Φωστιέρη στον «πλαστικό λόγο μιας χρήσεως», που υπονομεύει το «πνευματικό περιβάλλον», την πνευματική ζωή, την πνευματική επικοινωνία και, κατ’ επέκταση, την ίδια την πνευματική ελευθερία.

Όμως, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στη ζωή, υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος: «το σιγάν κρείττόν εστι τού λαλείν», αλλά και «μέμψομαι σιωπήν ως εσιγήθη κακώς».

Ναι, σε ορισμένες περιστάσεις της ζωής, η σιωπή, ως γέννημα πνευματικής καλλιέργειας και ηθικής ανωτερότητας, μπορεί να είναι πράγματι λυτρωτική, λυσιτελής, αποστομωτική, εκκωφαντική.

Ωστόσο, υπό άλλες συνθήκες, η σιωπή μπορεί απλώς να αντανακλά την ανθρώπινη αβουλία, την παθητικότητα του χαρακτήρα, το έλλειμμα αξιοπρέπειας.

Αυτό φανερώνει και το ακόλουθο αφηγηματικό κείμενο του Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ, που φέρει τον τίτλο «Ένας αριθμός» (Α. Τσέχωφ, Διηγήματα, μτφρ Κ. Σιμόπουλος, Θεμέλιο):

Τις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.

– Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα ’χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου… Λοιπόν…  Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια το μήνα…

– Για σαράντα.

– Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες…  Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ…

– Δύο μήνες και πέντε μέρες…

– Δύο μήνες ακριβώς… Το ’χω σημειώσει… Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές… δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο με τα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές…

Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.

– Τρεις γιορτές… μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα… Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα… Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες… Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό… Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν… Χμ! σαράντα ένα ρούβλια… Σωστά;

Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.

– Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του… Βγάζουμε δύο ρούβλια… Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει… Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του… Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια… Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να ’χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι’ αυτό σε πληρώνουμε… Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια…

– Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.

– Το ’χω σημειώσει!

– Καλά…

– Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.

Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!

– Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε… Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.

– Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου! Τρία… τρία, τρία… ένα και ένα… Πάρ’ τα…

Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.

– Ευχαριστώ, ψιθύρισε.

Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.

– Και γιατί με ευχαριστείς;

– Για τα χρήματα.

– Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;

– Οι άλλοι δε μου ’διναν τίποτα!…

– Δε σου ’διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ’ αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;

Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε. 

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο