Η Αναστασία, εκπαιδευτικός σε Τάξη Υποδοχής ΖΕΠ (Ζώνη Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας) στο κέντρο της Αθήνας, είχε παρακολουθήσει διαδικτυακή ημερίδα για την τηλεκπαίδευση λίγες ώρες πριν μιλήσουμε στο τηλέφωνο. «Λέγαμε ότι ασχολούμαστε με το αν πέφτει το webex, ενώ τα προσφυγόπουλα και τα παιδιά των Ρομά δεν εμφανίζονται καν στο μάθημα». Όπως εξηγεί στο in.gr, από τα 17 παιδιά της τάξης της, μόνο τρία παρακολουθούν τα διαδικτυακά μαθήματα – συχνά ούτε καν αυτά.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα και της τάξης του Λεωνίδα. Όταν τα μαθήματα πραγματοποιούνταν κανονικά, προσπαθούσε να εισάγει 16 προσφυγόπουλα στη βασική χρήση της ελληνικής γλώσσας, αλλά και να τα βοηθήσει στην ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον. Σήμερα, μόλις τέσσερα από αυτά συνδέονται στην ηλεκτρονική τάξη του.

Το πρόβλημα δεν γεννήθηκε με την μετάβαση στην τηλεκπαίδευση. Στο σχολείο που εργάζεται η Αναστασία, που εξαιτίας της θέσης του στο κέντρο της Αθήνας χαρακτηρίζεται από τεράστια διαπολιτισμικότητα, απασχολούνται τρεις αναπληρωτές εκπαιδευτικοί σε τάξεις ΖΕΠ. Όμως, όπως επισημαίνει, απαιτούνται τουλάχιστον άλλοι δύο: Ένας που θα αναλάβει τα παιδιά που ήδη έχουν ορισμένες βασικές γνώσεις των ελληνικών και ένας για εκείνα της Α’ Δημοτικού, τα οποία έχει αποφασιστεί να τοποθετηθούν σε ξεχωριστή τάξη υποδοχής. Συνολικά, όπως λέει η ίδια στο in.gr, περίπου 20 με 30 παιδιά δεν λαμβάνουν τη βοήθεια που έχουν ανάγκη, ήδη από την αρχή του σχολικού έτους.

Όμως η μετάβαση στις οθόνες, επιδείνωσε δραματικά την κατάσταση – σε μεγάλο βαθμό, επειδή ακριβώς αυτές δεν υπάρχουν στα σπίτια των μικρών μαθητών της.

Τι είναι οι ΖΕΠ

Οι Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας έχουν ως στόχο «την ενίσχυση μαθητών και μαθητριών από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (παιδιά μεταναστών, παλιννοστούντων, ρομά, μουσουλμανόπαιδες)», κυρίως μέσω της υποστήριξης στο κομμάτι της διδασκαλίας της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας.

Οι μαθητές χωρίζονται σε δύο επίπεδα: Το επίπεδο Ι μεταφράζεται σε ελάχιστη ή μηδενική γνώση των ελληνικών, ενώ το επίπεδο ΙΙ σε γνώση που επιτρέπει μεν τη συνεννόηση, όμως όχι και την απρόσκοπτη παρακολούθηση των μαθημάτων στην «κανονική» τάξη.

Οι Τάξεις Υποδοχής ΖΕΠ, δεν είναι ακριβώς τάξεις. Τα παιδιά φοιτούν παράλληλα σε «κανονικά» σχολικά τμήματα, και ορισμένες ώρες της ημέρας – μία με δύο το πολύ, όπως εξηγεί ο Λεωνίδας – προσπαθούν με τη βοήθεια των εκπαιδευτικών να «προλάβουν» τους έλληνες ή ενταγμένους μετανάστες συμμαθητές τους. Ένας πραγματικός άθλος, που είναι πρακτικά αδύνατον να επιτευχθεί.

Οι περιορισμένες ώρες φοίτησης των μαθητών δεν μεταφράζονται και σε αντιστοίχως χαμηλό ωράριο για τους δασκάλους τους. Προκειμένου να βοηθηθούν με ουσιαστικό τρόπο τα προσφυγόπουλα, οι ΖΕΠ χωρίζονται με τη σειρά τους σε μικρά υποτμήματα, το πολύ έως πέντε παιδιών. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι δάσκαλοι αφιερώνουν ξεχωριστό χρόνο σε ένα ή δύο παιδιά, βάσει των αυξημένων αναγκών τους.

Οι ηλεκτρονικές τάξεις ΖΕΠ παραμένουν κενές

Σύμφωνα με τον Λεωνίδα, όλοι οι συνάδελφοί του που έχουν αναλάβει τάξεις ΖΕΠ εντοπίζουν το ίδιο πρόβλημα. Από τους μαθητές τους, στην καλύτερη περίπτωση τα μαθήματα παρακολουθεί το ένα τρίτο – στην πλειοψηφία των περιπτώσεων το ένα πέμπτο ή και κανείς.

Η μεγαλύτερη πληγή είναι η έλλειψη ή ανεπάρκεια υλικοτεχνικού εξοπλισμού. Πολλά προσφυγόπουλα δεν έχουν πρόσβαση σε κανένα ηλεκτρονικό μέσο ή ακόμη και σε σύνδεση στο internet, όπως εξηγεί η Αναστασία, ενώ όταν στα σπίτια τους υπάρχει κάποιο κινητό τηλέφωνο, αυτό συχνά πρέπει να εξυπηρετήσει τις ανάγκες πολλών παιδιών, με τα μεγαλύτερα να έχουν προτεραιότητα.

«Θα έπρεπε να ελεγχθεί ποια παιδιά χρειάζονται tablet ή κινητό πριν κλείσουν τα σχολεία», τονίζει. «Είμαστε ήδη στη δεύτερη βδομάδα κλειστών σχολείων, έχει περάσει και άλλη μια καραντίνα… Έπρεπε να το είχαν προβλέψει, ήταν δεδομένο ότι θα κλείσουν κάποια στιγμή». Ακόμη και όταν πλέον μοιραστούν, η ίδια φοβάται ότι δεν θα είναι αρκετά για όλους τους μαθητές που τα χρειάζονται – ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι πολλές προσφυγικές οικογένειες είναι πολυμελείς.

«Συνεχίζουμε για ψυχολογικούς λόγους»

Και οι δύο συμφωνούν ότι η δουλειά που γίνεται στις τάξεις υποδοχής δεν μπορεί με κανένα τρόπο να μεταφερθεί στο internet. «Συνεχίζουμε για ψυχολογικούς, επικοινωνιακούς λόγους, για να νιώθει το παιδί ότι δεν χάνεται με το δάσκαλό του», εξηγεί ο Λεωνίδας. «Από εκεί πέρα προσπαθείς να του δώσεις ό,τι μπορείς». Ειδικά για τα παιδιά με ΔΕΠΥ, ο άθλος γίνεται ακόμη μεγαλύτερος. «Το παιδί βλέπει την οθόνη και σκέφτεται το παιχνίδι και τα τραγούδια. Δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στο μάθημα».

Οι περισσότεροι μαθητές της Αναστασίας μιλάνε φαρσί: «Όχι απλώς δεν έχουν ιδέα από ελληνικά, αλλά η γλώσσα τους γράφεται σε περσικό αλφάβητο, από τα δεξιά προς τα αριστερά. Οπότε όλη μας η επικοινωνία βασίζεται στη γλώσσα του σώματος και στο Google translate, όπου βάζω φράσεις που δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς, τις δείχνω στον μόνο μαθητή που ξέρει να διαβάζει φαρσί, και εκείνος μεταφράζει στους υπόλοιπους».

Στην τάξη, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Οι εκπαιδευτικοί δούλευαν με εικόνες, με υλικά που τα παιδιά μπορούσαν να πιάνουν, με κινήσεις. Ιδιαίτερα τα παιδιά που προέρχονται από χώρες όπως το Αφγανιστάν ή η Συρία, έχουν ζήσει ολόκληρη τη ζωή τους στον πόλεμο και την προσφυγιά. Μεταξύ άλλων, αυτό σημαίνει πως ορισμένα δεν έχουν μπει ποτέ σε σχολική τάξη μέχρι να φτάσουν στην Ελλάδα. Κάποια δεν έχουν κρατήσει ποτέ μολύβι.

Στο περιβάλλον του σχολείου, οι δεξιότητές τους αναπτύσσονται ταχύτατα. Οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί τα τοποθετούν σε ομάδες με συμμαθητές τους που βρίσκονται σε πιο προχωρημένο επίπεδο, ώστε το ένα να συμπαρασύρει το άλλο, αλλά και η ίδια η σχολική καθημερινότητα, η συνύπαρξη με έλληνες ή ενταγμένους συμμαθητές τους, οι οδηγίες που λαμβάνουν στα ελληνικά σε μαθήματα όπως η φυσική αγωγή, τους επιτρέπουν να «πιάνουν» από μόνα τους φράσεις και συμπεριφορές. Άλλωστε τα παιδιά, ό,τι και αν έχουν ζήσει και από όπου και αν προέρχονται, παραμένουν «σφουγγάρια».

Ανάγκες που μένουν ακάλυπτες

Ταυτόχρονα, όπως επισημαίνει η Αναστασία, η πλατφόρμα τηλεκπαίδευσης δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη της τις αυξημένες ανάγκες των ΖΕΠ. Η ίδια πιστεύει πως θα μπορούσε να περιλαμβάνει κάποια εφαρμογή αυτόματης μετάφρασης. Όμως, ακόμη και το chat «δίνει δυνατότητα να γράψεις μόνο στα ελληνικά και να βάλεις κάποια… emojis».

«Τα περισσότερα παιδιά είναι λίγο χαμένα. Σε κοιτάνε στην κάμερα και συνοφρυώνονται σαν να σου λένε «Τι λες τώρα, δεν καταλαβαίνω». Εγώ απλώς τους χαμογελάω και τους λέω «Οκ, στοπ!» και το ξαναπαίρνουμε από την αρχή».

Και δυστυχώς, οι γνώσεις δεν είναι το μόνο πράγμα που χάνεται. «Και επαφή, μη φανταστείς ότι διατηρείται. Γιατί και αυτά αισθάνονται ανασφάλεια, άγχος ότι δεν κάνουν αυτό που πρέπει, δεν καταλαβαίνουν τι λέω, σηκώνουν τους ώμους…»

«Δεν έχουν βασικά πράγματα στο σπίτι τους», συνεχίζει. «Δεν έχουν τη ζεστασιά, δεν έχουν ίσως τους γονείς τους, γιατί προσπαθούν να δουλέψουν, λείπουν όλη μέρα… Πολλά παιδιά προέρχονται από δομές, είναι ασυνόδευτα. Οπότε το μόνο που τα βοηθούσε ήταν η επικοινωνία στο σχολείο, η στοργή που βλέπανε».

«Πιστεύω ότι πολλά παιδιά στο σπίτι τους δεν έχουν καλά-καλά τη δυνατότητα για διατροφή», καταλήγει. «Το δικό μας σχολείο παρέχει γεύματα κάθε μέρα. Το χάνουν όλο αυτό: Το συναισθηματικό κομμάτι, το κομμάτι της γνώσης, ακόμη και το υλικό».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο