Oι ξένοι τον ζητούν επίμονα. Τόσο η Ελλάδα, διά στόματος Πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών, όσο και η Τουρκία διά στόματος του προέδρου της, δηλώνουν ότι τον επιθυμούν. Και τότε γιατί αυτός ο περιβόητος διάλογος δεν προχωρεί, αλλά φλερτάρουμε κάθε τόσο με το θερμό επεισόδιο; Διάφορες εξηγήσεις έχουν δοθεί κατά καιρούς.

1) Οι Τούρκοι δεν είναι ειλικρινείς: πιθανόν, αλλά πρέπει να τους δοκιμάσουμε.

2) Συζητούμε μόνο το θέμα της υφαλοκρηπίδας, ενώ οι Τούρκοι θέλουν να θέσουν στο τραπέζι περισσότερα θέματα: ας ξεκινήσει η κάθε πλευρά με την ατζέντα της και βλέπουμε στη συνέχεια, το ίδιο έγινε και στο παρελθόν.

3) Η κατάληξη των συνομιλιών είναι μοιραία η Χάγη, κι εκεί δεν θα ικανοποιηθούν όλες οι απαιτήσεις μας: λογικό, αλλά θα ικανοποιηθούν οι περισσότερες και θα έχουν πλέον νομική υπόσταση.

4) Η κοινή γνώμη δεν θέλει διάλογο και όποια κυβέρνηση τον επιχειρήσει θα χάσει: παραμύθια που διακινεί το εθνικιστικό στρατόπεδο.

Να θυμόμαστε μερικά πράγματα. Ο διάλογος δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά αυτοπεποίθησης. Δεν τον κάνεις μόνο όταν έχεις καλές σχέσεις με τον άλλον, αλλά κυρίως όταν οι σχέσεις σου περνούν κρίση. Προϋπόθεσή του δεν είναι αναγκαστικά η εμπιστοσύνη. Κι αν τον φοβάσαι ή τον αρνείσαι, σημαίνει ότι έχεις άδικο.

Να θυμόμαστε ακόμα ότι οι διερευνητικές επαφές είχαν προχωρήσει πολύ επί Σημίτη και διακόπηκαν επί Καραμανλή.

Οπως και ότι η σημερινή κυβέρνηση της Αθήνας είχε συμφωνήσει με τη σημερινή κυβέρνηση της Τουρκίας, παρά τις διαφορές στο Αιγαίο, παρά το αδιέξοδο στο Κυπριακό, παρά το τουρκολιβυκό σύμφωνο και παρά την Αγία Σοφία, ή ακριβώς γι’ αυτά, να επανεκκινήσουν οι συνομιλίες και το πράγμα χάλασε για ένα γινάτι. Ε, ας πάρει πάλι μπρος.

Γράψτε το σχόλιό σας