Με ένα ειρωνικό χαμόγελο διαβάζω και ακούω όσα λέγονται για τα πανηγύρια και την ανάγκη να απαγορευτούν, όπως τόσες άλλες δημόσιες εκδηλώσεις και γιορτές, λόγω της πανδημίας. Δεν ξέρω, αν όλοι όσοι μιλάμε ή γράφουμε στις μέρες μας αντιλαμβανόμαστε, π.χ. μια γλωσσική ταυτότητα που αναφέρεται στην πανδημία και στα πανηγύρια. Και τα δύο, αυτονόητα, ομιλούν και αναφέρονται στο παν, στην ολότητα, σε μια ανθρώπινη ευρεία ομάδα, χωρίς άλλα πρόσημα: οικονομικά, μορφωτικά, ηθικά, επαγγελματικά. Η Πανδημία, αρρώστια που αναφέρεται αδιακρίτως στο σύνολο του Δήμου (τι εξαίσια περιπέτεια εννοιολογική έχει, στη γλώσσα μας τουλάχιστον, σε ό,τι αφορά στην έννοια του Δήμου; Δημοκρατία, δημιουργία, δημοσιότητα, δημοφιλία, δημοπρασία, δημαρχία κ.τ.λ.). Και η Πανήγυρις είναι μια δημόσια, πάλι αταξική, γιορτή και, συνάμα, αγορά λαού και προϊόντων.

Αντιλαμβάνομαι τους πράγματι σοβαρούς λόγους που υπαγορεύουν στους ειδικούς και στην Πολιτεία να αναστείλουν, για φέτος τουλάχιστον, τη διοργάνωση πανηγυριών πανελληνίως. Αλλά φοβάμαι πως πάρα πολλοί συμπολίτες μας, και ιδίως των μεγάλων αστικών κέντρων, όταν μιλούν για πανηγύρια, το μυαλό τους λειτουργεί ξώφαλτσα, αγνοώντας τη βαθιά μέσα στους αιώνες λειτουργία αυτού του δημοκρατικού, χωρίς αμφιβολία, θεσμού.

Και πρώτα, ο τόπος, όπου μέσα στους αιώνες λειτούργησαν τα πανηγύρια. Ηταν η Αγορά («αγορά λαού», ήδη στον Ομηρο, σημαίνει αυτό που θα λέγαμε σήμερα «λαϊκή συνέλευση»), μεγάλη πλατεία στο κέντρο των πόλεων, όπου σίγουρα στη μια πλευρά, στην αρχαιότητα, υπήρχε ναός κάποιου θεού, και στα χριστιανικά χρόνια, ο ναός του πολιούχου της πόλεως, της κωμόπολης ή του χωριού. Και, βεβαίως, δεν ήταν μόνον ένα πάλκο, δύο βιολιά ή κλαρίνα και μια τραγουδίστρια. Ηταν κι αυτά, και θα το αναλύσουμε, αλλά, κυρίως, η πανήγυρις συνδέεται με την έκθεση και διάθεση τοπικών προϊόντων, αλλά και την αγοραπωλησία ζώων. Γι’ αυτό και πάντα η πανήγυρις είχε δύο παράλληλες, και σε τόπο διεξαγωγής, εκδηλώσεις: παζάρι ζώων και παζάρι αγαθών. Στη ζωοπανήγυριν ο αγοραστής μπορούσε να αγοράσει πτηνά (κότες, κοκόρια, γαλοπούλες, πάπιες, αλλά και αηδόνια και άλλα ωδικά πουλιά μέσα σε ωραία κλουβιά), πρόβατα, γίδια, αγελάδες, όνους και άλογα, όχι για σπορ, αλλά για να σέρνουν το αλέτρι ή να ανεβάζουν τον κουβά από το πηγάδι.

Μπορούσε, όμως, ο γεωργός ή ο ποιμένας, αλλά και ο αστός να πουλήσει στους εμπόρους της πανήγυρης το άλογό του, τη γάτα του και, κυρίως, τον σκύλο – φύλακα σε καλλιέργειες και ποιμνιοστάσια.

Σε άλλον χώρο, βασικά, όπως είπα, στην Κεντρική Αγορά – Πλατεία, στήνονταν οι παράγκες με τα προσφερόμενα, εμπορικά προϊόντα: κουζινικά, προικώα, κλωστές, εργαλεία, κρεβάτια, κούνιες για μωρά, κουνιστές πολυθρόνες. Παράλληλα προσφέρονταν προς πώληση ή επιτόπου απόλαυση, γλυκά του κουταλιού, μπακλαβάδες, «μαλλί της γριάς», τσιχλόφουσκες και καραμέλες κανέλας ή ούζου!! Ναι, σε μια γωνιά του πρόχειρου καταυλισμού των εμπόρων στηνόταν και το πατάρι για τα «όργανα» και τους τραγουδιστές: ρεπερτόριο, λαϊκά και, κυρίως, δημοτικά τραγούδια. Το πάλκο ζωντάνευε το βράδυ και, συχνά, διαρκούσε ως το ξημέρωμα, μετά τις αγορές. Συχνά, σε ματσωμένες, λόγω προϊόντων, περιοχές (πανηγύρια πάντα γίνονταν σε κάθε μέρος, όταν είχε γίνει η συγκομιδή του κυρίαρχου προϊόντος της περιοχής, είχε έρθει ο έμπορος, είχε δώσει την προκαταβολή και υπήρχαν χρήματα για ψώνια, προικώα, εργαλεία και αρραβώνες!!) στήνονταν δύο και τρία πάλκα στα άκρα της πόλης και, συνήθως, δεν μπορούσε κανείς έως το πρωί να κοιμηθεί στο στρώμα του, γιατί τον ξεκούφαιναν από δύο και τρεις περιοχές των ορίων της κωμόπολης, εδώ και χρόνια, εκκωφαντικά μεγάφωνα. Ναι, σε αυτές τις πανδαισίες με κοκορέτσι, ουίσκι και γουρουνοπούλα βγαίνανε στο ξεφάντωμα και γριούλες με τη μαντίλα τους και γέροι και, συχνά, ναυτικοί και εργάτες – μετανάστες που διάλεγαν αυτή τη γιορτή για να γυρίσουν στην πατρίδα να χορέψουν, να «ασημώσουν» τα όργανα και να βάλουν υποψηφιότητα για γαμπροί!

Ετσι, ζωοπανήγυρις, εμποροπανήγυρις και λαϊκό γλέντι έως πέρσι στην ύπαιθρο Ελλάδα επαναλάμβαναν με παραλλαγές ό,τι διασώζει ο Αριστοφάνης στην αρχαιότερη κωμωδία της ανθρωπότητας, τους «Αχαρνής»: στήσιμο εν μέσω πολέμου εμποροπανήγυρης, όπου αντάλλασσαν προϊόντα εχθροί (!) και η κωμωδία τελείωνε με καθολική συμμετοχή σε χορούς και τραγούδια.

Τελειώνοντας, θέλω να σχολιάσω την ασχετοσύνη κάποιων λογίων των πόλεων, αστών, που δημιούργησαν τη σχετλιαστική φράση, αρνητική και ειρωνική, «είναι, είσαι, είμαστε για τα πανηγύρια»!

Γράψτε το σχόλιό σας