Η οικονομική κρίση λόγω της πανδημίας, είναι εμφανής σε όλα τα επίπεδα, καθώς η υγειονομική κρίση και η μείωση της προσφοράς παγκόσμια, προκάλεσε μία άνευ προηγουμένου κοινωνική και χρηματοοικονομική κρίση.

Η λειτουργία των αγορών έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά από τα μεγέθη που όλοι είχαν συνηθίσει, καθώς η μείωση της ζήτησης και της κατανάλωσης σε συνδυασμό με την αύξηση της αποταμίευσης στην πλειονότητα των χωρών που πλήττονται, δημιουργεί υποαπασχόληση πόρων, με αποτέλεσμα να μην χρηματοδοτούνται νέες επενδύσεις και βέβαια να μην πραγματοποιούνται προσλήψεις, που θα μπορούσαν εκ νέου να τροφοδοτήσουν την κατανάλωση και τα φορολογικά έσοδα.

Η ίδια η ΕΕ των 27 χωρών έχει ήδη παρουσιάσει μία σημαντική συρρίκνωση στο ΑΕΠ από την αρχή του έτους και είναι αμφίβολο το που θα κλείσει η φετινή χρονιά, όταν οι προβλέψεις της ΕΚΤ αναφέρουν μία πτώση μεγαλύτερη του 13%, γεγονός που ισοδυναμεί με τεράστια απώλεια εσόδων, τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για το διεθνές εμπόριο.

Η προσπάθεια συνεχούς οικονομικής χαλάρωσης με αλλεπάλληλα μέτρα από την ΕΚΤ και παρεμβάσεις στην αγορά ομολόγων, μπορεί να έχει δημιουργήσει πρόσθετη ρευστότητα στο σύστημα, όμως το ρίσκο και η αβεβαιότητα δεν μετουσιώνουν την ρευστότητα σε επενδύσεις και παραγωγική δυναμική, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι χρεωκοπίας σε χώρες, που είτε έχουν ήδη πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, ή βρίσκονται σχετικά απομονωμένες από τις διεθνείς αγορές.

Όσοι αναλυτές ήλπιζαν ότι παρά το αρχικό σοκ της μείωσης της ζήτησης, θα υπάρξει το επόμενο έτος μία ανάπτυξη τύπου V, ήδη αναθεωρούν τις απόψεις τους, καθώς οι προσδοκίες που διαμορφώνονται μιλούν για μία αργή και επίπονη ανάκαμψη που θα έχει το σχήμα U, γεγονός που υποδηλώνει μία σταδιακή και δύσκολη διαδικασία επαναφοράς στην κανονικότητα και στους προηγούμενους ρυθμούς ανάπτυξης.

Είναι προφανές, ότι η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής καθώς και του αντίστοιχου δείκτη PMI, προκαλούν ήδη αλυσιδωτές αντιδράσεις στην οικονομία, καθώς χιλιάδες επιχειρήσεις, προσπαθούν να περικόψουν δαπάνες απότομα, φθάνοντας σε βίαιες μειώσεις προσωπικού, γεγονός που αυξάνει δραματικά την ανεργία και δημιουργεί αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων καθώς και χαλάρωση του κοινωνικού ιστού.

Η αναζήτηση ενός ικανού μείγματος οικονομικής πολιτικής, που από την μία θα στηρίζει τους αδύναμους και τις ευπαθείς ομάδες με κοινωνικές παροχές και από την άλλη θα ενισχύει την παραγωγή και την επιχειρηματικότητα, είναι πλέον το ζητούμενο για όλες τις αναπτυγμένες οικονομίες.

Σε κάθε περίπτωση, η ενίσχυση των συστημάτων υγείας αλλά και η διαδικασία της πρόληψης από εδώ και στο εξής στο θέμα των παροχών περίθαλψης, θα αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος για αποφυγή παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

Γράψτε το σχόλιό σας