Το 1972 ο Μάριο Τρόντι παρουσιάζει σε ένα σεμινάριο ένα κείμενο που έμελλε να συζητηθεί ευρέως. Ο τίτλος του είναι «Η αυτονομία του πολιτικού» και σε αυτό παρουσιάζει ένα σχήμα σύμφωνα με το οποίο, σε αντίθεση με την τάση του κλασικού μαρξισμού να παρουσιάζει το πολιτικό στοιχείο ως υποτελές και καθοριζόμενο από το οικονομικό, χρειάζεται να δούμε την αυτονομία του πολιτικού, νοούμενου ως του συνδυασμού ανάμεσα στο κράτος και την πολιτική τάξη. Σκοπός του Τρόντι δεν είναι τόσο να αμφισβητήσει τον Μαρξ, όσο να διατυπώσει την προκλητική θέση ότι μόνο η εργατική τάξη μπορεί να εκπροσωπήσει την ορθολογικότητα που αναλογεί στο σύγχρονο κράτος και άρα να κάνει πράξη την αυτονομία του πολιτικού που, κατά τον Τρόντι, διαφορετικά μένει απλώς μια αστική ιδεολογία.

Η τοποθέτηση του Τρόντι, εκπροσώπου στη δεκαετία του 1960 του εργατισμού, δηλαδή ενός ρεύματος που επέμεινε στην αυτόνομη δυναμική των εργατικών αγώνων ιδίως στα μεγάλα φορντικά εργοστάσια, θα δεχτεί τότε πλήθος από κριτικές και κυρίως θα κατηγορηθεί ότι δικαιολογούσε μια γραμμή όπως αυτή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στη διαδρομή προς τον «Ιστορικό Συμβιβασμό».  Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι σχεδόν μισό αιώνα μετά μπορεί να διαβαστεί ως ένας συνολικότερος στοχασμός πάνω στη σχέση ανάμεσα σε πολιτική, κοινωνία και οικονομία.

Στη δεκαετία του 1990 ο Ετιέν Μπαλιμπάρ θα δοκιμάσει να σχηματοποιήσει τη σχέση ανάμεσα σε πολιτική και κοινωνία, προτείνοντας τρεις έννοιες: η πρώτη είναι αυτή της αυτονομίας της πολιτικής, που για τον Μπαλιμπάρ είναι η έννοια της πολιτικής ως χειραφέτησης. Η δεύτερη είναι η ετερονομία της πολιτικής, δηλαδή η συνειδητοποίηση των σύνθετων σχέσεων καθορισμού ανάμεσα σε κοινωνία, οικονομία και πολιτική, που συνεπάγεται μια αντίληψη της πολιτικής ως μετασχηματισμού. Και η τρίτη είναι η ετερονομία της ετερονομίας, που για τον Μπαλιμπάρ ανάγεται στον τρόπο που η πολιτική συνδέεται με το φαντασιακό και την ιδεολογία. Εάν η πρώτη έννοια παραπέμπει στην κλασική αντίληψη της νεωτερικής πολιτικής και η δεύτερη στη μαρξιστική κριτική της πολιτικής και στο αίτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού, η τρίτη συγκεφαλαιώνει την ανάγκη αναμέτρησης με τον κίνδυνο της βαναυσότητας, έστω και στο όνομα ανώτερου σκοπού, και αναζητεί τον ηθικό ορίζοντα μιας σύγχρονης πολιτοφροσύνης.

Το πολιτικό πράττειν

Από διαφορετικές διαδρομές και ο Τρόντι και ο Μπαλιμπάρ αναμετρώνται με ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς μπορούμε να στοχαστούμε την πολιτική στη διακριτότητά της από άλλες πρακτικές και συνάμα στην πραγματική συσχέτισή της με τις κοινωνικές δυναμικές. Είτε μιλάμε για την αναδιατύπωση από τον Τρόντι της θέσης – που τη συναντά κανείς ακόμη και στον νεαρό Μαρξ – ότι μόνο οι υποτελείς τάξεις, αυτές που υφίστανται εκμετάλλευση και καταπίεση, μπορούν να είναι αυθεντικοί φορείς του ορθολογισμού της νεωτερικότητας, είτε για την αντίληψη του Μπαλιμπάρ για μια πολιτική του μετασχηματισμού που ταυτόχρονα να απαντά στη χειραγώγηση από την αγορά αλλά και στον πειρασμό της εργαλειοποίησης και της βίας, το κοινό ερώτημα είναι: πώς μπορούμε να στοχαστούμε το πολιτικό πράττειν;

Και το ερώτημα αυτό είναι πολλαπλά επίκαιρο, εάν αναλογιστούμε τις ποικίλες μορφές με τις οποίες σήμερα η πολιτική μεταλλάσσεται αλλά και εκκενώνεται του όποιου περιεχομένου μπορεί να είχε. Από τη μια γιατί δεκαετίες νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη βαρύτητα διαδικασιών υπερεθνικής ολοκλήρωσης όπως η ΕΕ, την εκτεταμένη διαπερατότητα, σε επίπεδο στελεχιακού δυναμικού, ανάμεσα σε κράτος, κόμματα και επιχειρηματικότητα, όπως και την ανάπτυξη σχετικά στεγανών (και ενίοτε αδιαφανών) δικτύων εντός κράτους, περιόρισαν σημαντικά τα πραγματικά περιθώρια άσκησης πολιτικής, διαμορφώνοντας διάφορες παραλλαγές οικονομικών και πολιτικών «αυτοματισμών». Από την άλλη, γιατί αυτός ο ριζικός περιορισμός των όποιων πραγματικών εναλλακτικών κατευθύνσεων ως προς τις ασκούμενες πολιτικές οδήγησε όχι μόνο στη σχετική ομογενοποίηση των «συστημικών κομμάτων», αλλά και διαμόρφωσε τον χώρο ώστε παραλλαγές ακροδεξιού λαϊκισμού, ρατσισμού και εθνικισμού να διεκδικήσουν τον ρόλο της αντιπρότασης.

Σε μια εποχή όπου η πολιτική κρίση παίρνει όλο και περισσότερο τη μορφή μιας κρίσης της πολιτικής, κρίσης του ρόλου, της αρμοδιότητας, των περιθωρίων, της νομιμοποίησής της, η επανακατοχύρωση της αυτονομίας της – έστω και στοχασμένης ως η ετερονομία της ετερονομίας της – γίνεται ένα κρίσιμο διακύβευμα. Διαφορετικά η υποκατάσταση της πολιτικής από την απλή διαχείριση της επικοινωνιακής σφαίρας και η προκαταβολική απεμπόληση κάθε δυνατότητας να ορίζει νέες ιστορικές διαδρομές απλώς επιτείνουν την απώλεια της δυνατότητας συλλογικού αυτοκαθορισμού.

Μια πολιτική των υποτελών

Τόσο ο Τρόντι όσο και ο Μπαλιμπάρ επιμένουν ότι μια πολιτική που θα μπορούσε να οδηγήσει στον μετασχηματισμό και στη χειραφέτηση δεν μπορεί παρά να ασκείται από αυτούς που βρίσκονται στον αδύναμο πόλο των σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης ή έστω να εκπροσωπεί τον ορίζοντα των δικών τους αναγκών και επιδιώξεων. Αντί για την πολιτική ως αρμοδιότητα όσων βρίσκονται υψηλότερα στην κοινωνική ιεραρχία, εδώ έχουμε την εμπιστοσύνη στην πολιτική πρακτική όσων αμφισβητούν αυτή την ιεραρχία.

Γράψτε το σχόλιό σας