Ο φωτογράφος Τάκης Διαμαντόπουλος τον Νοέμβριο του 1999 συμπλήρωσε 33 χρόνια πίσω από τον φακό της κάμεράς του δημιουργώντας τη σχέση του με τα πρόσωπα. Και η οποία πήρε τη μορφή ενός μεγάλου λευκώματος φιλοξενώντας 700 φωτογραφίες του, σε καλλιτεχνική επιμέλεια Διονύση Φωτόπουλου, με σκοπό να «φλυαρήσουν» για τον δημιουργό τους…

Με τη μόδα φλερτάρησε ως νέος φωτογράφος ξεκινώντας να ανοίξει το προσωπικό του κεφάλαιο, μακριά από τον πατέρα του Θανάση, από τον οποίο έμαθε πώς να φτιάχνει τη δική του φωτογραφική μηχανή σε ηλικία επτά ετών. Και το κεφάλαιο αυτό δεν ανοίχτηκε τυχαία στις σελίδες της γαλλικής Vogue το 1972. «Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τόσα περιοδικά μόδας στην Ελλάδα, για να δίνουν σημασία και στις φωτογραφίες. Πολύ περισσότερο, δεν γινόταν λόγος για φωτογραφίσεις. Η εποχή προσδιοριζόταν από άλλες καταστάσεις και οι ανάγκες των ανθρώπων ήταν πολύ πιο βασικές από το να αφήνουν περιθώρια στις πόζες τους μπροστά σε έναν φωτογράφο». Μετά από μια τέτοια θητεία – η οποία επαναλήφθηκε το 1980 και για δύο χρόνια στο Παρίσι και την Ιταλία – ο Τάκης Διαμαντόπουλος επέστρεψε προετοιμασμένος να κατακτήσει τον χώρο που του ανήκε.

Εκείνος βέβαια ποτέ δεν το θεώρησε κατάκτηση, αλλά βιοπορισμό. «Ολες οι φωτογραφίες μου έγιναν για λόγους δουλειάς. Καμία από αυτές δεν έγινε από προσωπική ευχαρίστηση, ή για λόγους καλλιτεχνικής έκφρασης. Ηταν τα περιοδικά που μου τις ανέθεταν είτε ως ρεπορτάζ μόδας είτε ως πορτρέτα. Να φωτογραφίζω όλη μέρα κοινούς ανθρώπους, ηθοποιούς, μοντέλα και πολιτικούς και αυτά να τα αρνούμαι ως μη τέχνη και να θεωρώ τέχνη φωτογραφίες που στήνω στον ελεύθερο χρόνο μου; Θα μπορούσα να το κάνω, αλλά δεν με ενδιαφέρει καθόλου, αφού δεν μπορώ να διαχωρίσω τη φωτογραφία σε φωτογραφία τέχνης και φωτογραφία βιοπορισμού. Ή αυτό που παράγω κάνοντας τη δουλειά μου μπορεί να είναι τέχνη ή όχι. Δεν πάσχω από διχασμό προσωπικότητας» εξηγεί και στον πρόλογο του λευκώματος με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες αυτών των 33 χρόνων.

Η στιγμή, γιατί αυτό ακριβώς είναι μια φωτογραφία, είναι ό,τι κυνήγησε και ό,τι εξακολουθεί να ενδιαφέρει τον Τάκη Διαμαντόπουλο. Οπως στην περίπτωση με μια φωτογραφία μόδας των αρχών του ’70, όπου ο Τάκης Διαμαντόπουλος «συλλαμβάνει» το χίπι λουκ της εποχής σε μία παραλία. Ακόμα και ένα πορτρέτο της Ελενας Ναθαναήλ στα 1979, στη διάρκεια προετοιμασίας μιας φωτογράφισης, είναι τόσο σύγχρονη με τις γάζες να καλύπτουν τα μαλλιά της κι ένα ψεύτικο δάκρυ κολλημένο στο μάγουλό της, που θα μπορούσε να δώσει το στίγμα της μανιοκαταθλιπτικής ατμόσφαιρας του τέλους του ’90, που πασχίζει να κρυφτεί πίσω από το επιβεβλημένο γκλάμορ.

«Μου αρέσουν οι άνθρωποι. Τους φωτογραφίζω με μια ιδέα, γνωρίζοντας από πριν τι θέλω να κάνω μαζί τους. Μου αρέσει να τους δίνω κίνηση και να παίρνω από αυτούς την αυθεντική τους στιγμή. Η οποία βρίσκεται πάνω τους από τα πρώτα λεπτά και στα πρώτα φιλμ. Γιατί καθώς περνάει η ώρα, αρχίζουν και συνηθίζουν, χαλαρώνουν και στήνονται. Ομως εγώ προτιμώ να παίρνω τα πρώτα κομμάτια του χρόνου».

Προτιμά να παίρνει τη στιγμή που εκείνοι τον θεωρούν όχι ακριβώς φωτογράφο αλλά κάτι σαν γιατρό, όπως παρατηρεί και ο εκδότης του λευκώματος, Θανάσης Καστανιώτης. Σαν γιατρό στον οποίο αφήνονται να τους εξετάσει, για να τους βρει από τι πάσχουν. Και από τι πάσχουν οι άνθρωποι, μοντέλα, ηθοποιοί, καλλιτεχνές, σκηνοθέτες, πολιτικοί, κυρίες που παραθέτουν γεύματα και δείπνα και που επιλέγουν τον Τάκη Διαμαντόπουλο να τους αλιεύσει τη στιγμή τους; Προφανώς από την ανάγκη να είναι ο εαυτός τους. «Αυτόν τον καιρό ο φωτογράφος πρέπει να ασκηθεί στην αφαίρεση αυτού που μοιάζει επίκτητο. Διαφορετικά αυτό που φωτογραφίζεις είναι η δανεική εικόνα ενός ανθρώπου, αφού οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν δική τους συγκεκριμένη εικόνα, αλλά διαχέονται στις εικόνες που κυκλοφορούν γύρω τους».

Γράψτε το σχόλιό σας