Η Ελλάδα είναι η κατεξοχήν «αιχμάλωτη της γεωγραφίας» χώρα, όπως λέει και ο τίτλος του γνωστού βιβλίου του Τιμ Μάρσαλ. Εχει δίπλα της τους γείτονες που έχει, και ιδιαίτερα την Τουρκία, και με αυτούς τους γείτονες θα πρέπει να συνυπάρξει. Και ενώ πολλά μπορείς να αλλάξεις, τη γεωγραφία δεν μπορείς. Και δεν υπάρχει καμιά απολύτως αμφιβολία σε κανέναν ότι καθώς η Τουρκία εντείνει την παραβατικότητα και διεκδικητικότητά της η Ελλάδα θα (πρέπει να) υπερασπισθεί την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματά της με όλα τα μέσα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει σχεδόν καθημερινά να διακηρύσσουμε, όπως περίπου κάνει ο υπουργός Αμυνας, ότι θα «δείξουμε τα δόντια μας», ότι «πάμε έτοιμοι για στρατιωτική εμπλοκή» και άλλα ηχηρά παρόμοια. Η Ελλάδα θα κάνει αυτό που επιτάσσει το συμφέρον, και κυρίως η τιμή και η αξιοπρέπειά της. Δεν χρειάζεται όμως να διολισθήσει και σε τάσεις «στρατιωτικοποίησης» της εξωτερικής της πολιτικής, όπως έχει συμβεί στην Τουρκία.

Καλύτερο θα είναι για τα μεγάλα (ή μικρά) θέματα της εξωτερικής πολιτικής να μιλάνε περισσότερο οι υπουργοί Εξωτερικών και όχι οι Ακάρ και Παναγιωτόπουλος. Κρείττον το σιγάν. Ακόμη καλύτερο θα ήταν όλοι να σκέφτονται πολύ πριν μιλήσουν συνειδητοποιώντας τη δύναμη των λέξεων. «Με τη δύναμη μιας λέξης ξαναρχίζω τη ζωή μου». Γιατί τα όσα λέγονται δημιουργούν μερικές φορές, αν όχι πάντοτε, τη «δυναμική της αυτοεκπληρούμενης προφητείας». Σε παγιδεύουν σε σύνδρομα από τα οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις. Και επιπλέον διεγείρουν τα «ζωώδη ένστικτα» (animal spirits) του βαθέος κράτους.

Είναι αυτό ακριβώς που θέλει το πολεμοχαρές βαθύ κράτος της γείτονος. «Δεν ξέρεις», μου είπε ένας τούρκος δημοκράτης πανεπιστημιακός, «τι αγαλλίαση αισθάνονται οι στρατοκράτες της Αγκυρας ακούγοντας τη ρητορική για στρατιωτικές εμπλοκές» και άλλα παρεμφερή. Και πόσο έτοιμοι είναι να προχωρήσουν σε πολεμική δράση μόλις η Ελλάδα διαπράξει το όποιο μοιραίο λάθος (να προχωρήσει π.χ. σε μονομερή επέκταση χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, όπως προτείνουν ορισμένοι).

Και εν πάση περιπτώσει εάν βλέπουμε ότι έρχεται η «στρατιωτική εμπλοκή», τι κάνουμε για να την προλάβουμε, αποτρέψουμε; Καθήκον μιας καλά επεξεργασμένης διπλωματικής στρατηγικής είναι να προλαμβάνει τέτοιες καταστάσεις υπέρ της «ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών». Κινητοποιούμε την Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). Ορθόν. Αλλά προς ποια κατεύθυνση; Για να εκδώσει μία ακόμη καταγγελτική ανακοίνωση ενάντια στην Τουρκία; And so what? που θα έλεγαν και οι Αγγλοσάξονες. Μπορούμε να την κινητοποιήσουμε προς την κατεύθυνση ανάληψης κάποιας συγκεκριμένης πρωτοβουλίας για την εκτόνωση της κατάστασης και επίλυσης των προβλημάτων. Γιατί στρατηγική επίλυσης των προβλημάτων και εξόδου από τον φαύλο κύκλο του αδιεξόδου – βραχυχρόνια ή μακροχρόνια – δεν φαίνεται να έχουμε.

Και οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι κάποια πράγματα γύρω από την Τουρκία έχουν αλλάξει πολύ τελευταία. Η ΕΕ (και η Δύση γενικότερα) έχουν τώρα πολύ μεγαλύτερη ανάγκη την Τουρκία (η οποία ούτως ή άλλως επιχειρεί τώρα επαναπροσέγγισή της μέσω και της διπλωματίας της πανδημίας ως ήπια δύναμη). Και θα (υπο)στηρίξει ενεργά την Ελλάδα μόνο στη βάση μιας στρατηγικής επίλυσης των προβλημάτων. Και μια τέτοια στρατηγική περιλαμβάνει και την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, που κάπου το ξεχάσαμε, όπως ορθώς έγραψε την περασμένη εβδομάδα στα «ΝΕΑ» ο Ν. Μουζέλης. Γενικότερα όμως χρειαζόμαστε στρατηγική επίλυσης των προβλημάτων με την αξιοποίηση και της Ενωσης για π.χ. μια ειδική σχέση με την Τουρκία ως οιονεί νέο «Ελσίνκι» που θα διασφαλίζει ελληνικά συμφέροντα.

Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ

Γράψτε το σχόλιό σας