Συμπληρώθηκαν ήδη 41 χρόνια, από την ημέρα -28 Μαΐου 1979- που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέγραφε την πράξη προσχώρησης της Ελλάδας στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην εισαγωγική τοποθέτηση του στο υπουργικό συμβούλιο μας υπενθύμισε την επέτειο, δίνοντας ξεχωριστή σημασία σε μια σύμπτωση. «Και τώρα, 41 χρόνια μετά, ανακοινώνεται μία μεγάλη, εμβληματική πρωτοβουλία της Ευρώπης, μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για το ενιαίο Ταμείο Ανάκαμψης.

Έναν μηχανισμό που θα ενισχύσει όλα τα κράτη-μέλη, να αντιμετωπίσουν τις πρωτοφανείς οικονομικές επιπτώσεις από την πανδημία. Τότε, πριν από 41 χρόνια, η χώρα μας ξεκινούσε τη μεγάλη της ευρωπαϊκή πορεία μαζί με μόλις εννέα εταίρους. Σήμερα οι εταίροι έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί και όλη η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα μεγάλο σταυροδρόμι, αλλά δείχνει ότι ξέρει να προχώρα μπροστά με μεγάλα άλματα οπότε αυτό είναι απαραίτητο.

Και βέβαια καλό είναι να θυμόμαστε και στην χώρα μας ότι η Ένωση, ειδικά για την Ελλάδα, υπήρξε πάντα πολύτιμη. Κάτι που η δική μας χώρα λίγο έλειψε να το διαπιστώσει τραυματικά το 2015. Το πρόγραμμα ανάκαμψης των 750 δισεκατομμυρίων, όπως ανακοινώθηκε χθες από την Πρόεδρο της Επιτροπής, την κυρία von der Leyen, είναι ένα πρόγραμμα πολύ φιλόδοξο, είναι όμως ταυτόχρονα κι ένα πρόγραμμα ρεαλιστικό».

Η υπενθύμιση της επετείου των 41 χρόνων από την υπογραφή της πράξης προσχώρησης της Ελλάδας στην ΕΟΚ και η ανάδειξη της πρωτοβουλίας για το ενιαίο Ταμείο Ανάκαμψης έχουν την αξία και την σημασία τους αρκεί η συλλογική μνήμη να λειτουργεί σε κάθε περίπτωση.

Η Ελλάδα έχει μια διαδρομή 4 δεκαετιών στα κοινοτικά και ενωσιακά μονοπάτια – μια διαδρομή που αρκετές φορές δεν μας κάνει καθόλου υπερήφανους.

Διαβάζοντας αναλύσεις επί αναλύσεων για το νέο ενιαίο Ταμείο Ανάκαμψης και για τον πακτωλό των δις που θα εισρεύσουν – με το καλό- στη χώρα μας θυμήθηκα τις επισημάνσεις μιας μελέτης που ανέθεσε η Τράπεζα της Ελλάδος τον Απρίλιο του 2010 στο Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) με θέμα την “αξιολόγηση των επιδράσεων που έχουν ασκήσει και θα ασκήσουν στην πορεία της ελληνικής οικονομίας οι πολιτικές που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης”.  Η Τελική Έκθεση δόθηκε στη δημοσιότητα τον Απρίλιο του 2014.

Το μαγικό κόλπο

Ανατρέχοντας στα κείμενα της μελέτης θυμήθηκα έναν όρο ή καλύτερα, μια έκφραση που είχα κυριολεκτικά ξεχάσει με τα χρόνια. «Πανωγραψίματα». Το τι σημαίνει ακριβώς το βρήκα και εγώ στην μελέτη: « (…)τεχνητή διόγκωση των παραγόμενων ποσοτήτων για την είσπραξη υψηλών επιδοτήσεων». Με λίγα λόγια, ο αριθμός των ελαιόδεντρων για παράδειγμα όπως και ο πληθυσμός των κατσικιών με ένα ιδιαίτερα μαγικό κόλπο ακολουθούσαν τον δρόμο του άκρατου πολλαπλασιασμού.

Ένας από τους πλέον ευνοημένους τομείς της ελληνικής οικονομίας ήταν εκείνος της αγροτικής παραγωγής. Αν έχετε διάθεση και χρόνο διαβάστε το απόσπασμα της μελέτης που ακολουθεί, έτσι ώστε να γίνει πλήρως κατανοητό ότι προϋπόθεση για την αποτελεσματική αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων στο άμεσο μέλλον είναι η σταθερή προώθηση της εφαρμογής πολιτικών που θα στοχεύουν στη μεταρρύθμιση του Κράτους και των μηχανισμών του σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας – από τον Δήμο και την Περιφέρεια μέχρι τις Κεντρικές Υπηρεσίες των Υπουργείων.

Το απόσπασμα της μελέτης είναι εδώ – προκλητικό ως το περιεχόμενο του:   «Η πολιτική της με κάθε τρόπο μεγιστοποίησης των επιδοτήσεων ανέδειξε ωστόσο και αρνητικές παρενέργειες, με σημαντικότερες τον εφησυχασμό και εθισμό των γεωργών και του παραγωγικού συστήματος στη δημόσια στήριξη και την ανισοκατανομή των επιδοτήσεων, οι οποίες συγκεντρώθηκαν στις πιο εύφορες περιοχές της χώρας, στα προϊόντα με τις υψηλότερες επιδοτήσεις και στους μεγάλους παραγωγούς.

Για τις στρεβλώσεις στη διάρθρωση των καλλιεργειών, κλασσικό παράδειγμα είναι η αλόγιστη επέκταση της βαμβακοκαλλιέργειας, που ήταν σχεδόν μονοκαλλιέργεια στους κάμπους της χώρας από τη Στερεά Ελλάδα μέχρι τη Θράκη, υποκαθιστώντας χρήσιμες διατροφικές καλλιέργειες, τραυματίζοντας βάναυσα το περιβάλλον και εξαντλώντας τους υδάτινους πόρους της χώρας.

Η ένταξη στην ΕΟΚ ήταν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για την προώθηση θεσμικών και οργανωτικών μεταρρυθμίσεων στην ελληνική γεωργία.

Η ευκαιρία δεν αξιοποιήθηκε. Το υπουργείο Γεωργίας, που μετονομάστηκε το 2004 σε Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, δεν αναδιάρθρωσε ποτέ τις υπηρεσίες του αντιστοιχίζοντάς τες με αυτές τις Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ώστε να παρακολουθεί τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Παρέμεινε ένα ογκώδες, δαιδαλώδες, αναχρονιστικό, ενδοστρεφές και γραφειοκρατικό όργανο.

Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων εποπτεύει Δημόσιους Οργανισμούς-δορυφόρους, που ιδρύθηκαν για να προσφέρουν εξειδικευμένες υπηρεσίες

απαραίτητες σε κάθε σύγχρονη γεωργία και υποβοηθητικές στην εφαρμογή της ΚΑΠ. Οι Οργανισμοί αυτοί έχουν κοινά σημεία με τις ΔΕΚΟ και τους άλλους δημόσιους φορείς και χαρακτηρίζονται από μάχες συντεχνιών για τις αρμοδιότητες σε υπηρεσίες με επιδόματα, ελκυστικές υπερωρίες και τα “φιλέτα” των ελέγχων, άρνηση του προσωπικού να αξιολογηθεί, καλλιέργεια νοοτροπίας που θέλει τους δημόσιους φορείς να λειτουργούν κυρίως υπέρ του προσωπικού τους με περιχαράκωση των “κεκτημένων” και κατά δεύτερο λόγο για να προσφέρουν στην οικονομία και κοινωνία της χώρας κ.λπ.

Στη διάρκεια της τριακονταετίας 1981-2011, εκδηλώθηκαν παντός είδους παραβατικές συμπεριφορές, χωρίς όμως να μπορεί να τεκμηριωθεί η έκτασή τους.

Οι συμπεριφορές αυτές περιλάμβαναν παρεμπόδιση —μέσω διοικητικών και αγορανομικών μέτρων— εισαγωγών προϊόντων που προέρχονταν από άλλα κράτη-μέλη, παραβάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας για τις κρατικές ενισχύσεις, μέσω απευθείας ενισχύσεων των αγροτών ή και μέσω κρατικής χρηματοδότησης των συνεταιρισμών, αποζημιώσεις με πρόσχημα ακραία καιρικά φαινόμενα χωρίς την τεκμηρίωση που επιβάλλει ο κοινοτικός κανονισμός, και τεχνητή διόγκωση των παραγόμενων ποσοτήτων για την είσπραξη υψηλών επιδοτήσεων (τα λεγόμενα “πανωγραψίματα”)».

Γράψτε το σχόλιο σας