Μπορεί η Μαδρίτη (λόγω Ρεάλ) κι η Βαρκελώνη (λόγω Μπαρτσελόνα) να έχουν παραδοσιακά στραμμένα τα φώτα επάνω τους, όταν αναφερόμαστε στο ισπανικό μπάσκετ, όμως η Βαλένθια γίνεται το κέντρο της μπασκετικής Ευρώπης (ου μην και του κόσμου ολόκληρου), γίνεται φάρος ελπίδας, γίνεται το σπίτι του αθλήματος στη μετά την πανδημία εποχή.
Η προθεσμία εκπνέει την τελευταία μέρα του μήνα και κατά τα φαινόμενα οι Ίβηρες θα κάνουν αυτό που εμείς (όχι για λόγους κοροναϊού, αλλά για τους δικούς μας ποταπούς λόγους και σκοπούς) δεν κάναμε: Θα επιστρέψουν, θα ξαναπαίξουν μπάσκετ, θα τελειώσουν στο γήπεδο τη σεζόν. Με προφυλάξεις, με πρωτόκολλα, με όλα όσα απαιτούνται για να διασφαλιστεί η υγεία των αθλητών και των συμμετεχόντων.
Ακόμα, βέβαια, υπάρχουν λεπτομέρειες που πρέπει να ρυθμιστούν, όμως ένα από τα ερωτήματα που έχει απαντηθεί είναι το «πού». Η Βαλένθια μοιάζει να πήρε το «πράσινο φως» για να φιλοξενήσει την τελική φάση. Ο πρόεδρος της ομάδας αναλαμβάνει τα έξοδα, για τη διαμονή των ομάδων, τα τεστ που πρέπει να γίνουν πριν τους αγώνες, όλα όσα απαιτούνται, για να γίνουν οι αγώνες.
Το πρωτόκολλο ασφάλειας της ACB θέλει τέσσερις ομάδες να φιλοξενούνται ανά ξενοδοχείο, θέλει (φυσικά) άδειες εξέδρες, όσους με τον έναν ή άλλον τρόπο θα πάρουν μέρος να έχουν ελεγχθεί κι αν όλα πάνε καλά στις 15η Ιουνίου θα ακουστεί ο ήχος της μπάλας, που σκάει. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα είναι απλοί αγώνες κατάταξης, δεν παίζεται ένας τίτλος. Είναι η νίκη απέναντι σ’ έναν εχθρό, που άφησε πολλές πληγές και μας ανάγκασε να αλλάξουμε πολλά από αυτά που θεωρούσαμε δεδομένα.
Η αντιπαράθεση του προέδρου της Χάποελ Τελ Αβίβ με τον Παναθηναϊκό συνεχίζεται, με τον Οφέρ Γιανάι αυτή τη φορά όμως να μπλέκει και τη Βαλένθια στις νέες δηλώσεις του για τη φετινή Ευρωλίγκα.
Η απόφαση σηματοδοτεί μια ιστορική στροφή για την Ελβετία που είχε ταυτιστεί με την απόλυτη απαγόρευση των αγώνων, απόρροια μιας τραγωδίας που σημάδεψε ανεξίτηλα την ιστορία του motorsport.
Είναι Μάιος του 1980 και οι Άγγλοι παρακολουθούν από κοντά για πρώτη φορά τον άνθρωπο που θα τους στερήσει το Μουντιάλ έξι χρόνια αργότερα, τον 19χρονο τότε Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα.