Παρότι ταυτίζουμε την έννοια του οικονομικού σχεδίου με τον πάλαι ποτέ «υπαρκτό σοσιαλισμό», υπήρξε μια εποχή που στα περισσότερα καπιταλιστικά κράτη υπήρχαν διαδικασίες οικονομικού σχεδιασμού. Κληρονομιά των συζητήσεων για το μέλλον των οικονομιών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αρκετές χώρες θα αποκτήσουν θεσμούς σχεδιασμού.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το περίφημο γαλλικό Commissariat général du Plan, θεσμός που θα είναι ενεργός από το 1946 μέχρι το 2006, αν και ήδη από τη δεκαετία του 1980 είχε αρχίσει να περιορίζεται ο ρόλος του. Ιδεολογικά η έννοια του οικονομικού σχεδιασμού, παρότι κομβική πλευρά των εκδοχών «κεϊνσιανής» διαχείρισης, θα δεχτεί πλήγματα με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού και την αντίληψη ότι ο βασικός πυρήνας οικονομικής και κοινωνικής ορθολογικότητας βρίσκεται στην απελευθέρωση των δυναμικών της αγοράς.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Να σκεφτούμε αλλιώς

Βέβαια, αυτό δεν ακύρωσε την ανάγκη των κρατών να κάνουν σχεδιασμούς, εάν αναλογιστούμε ότι μια σειρά από αποφάσεις, από τις κατευθύνσεις ανάπτυξης του εκπαιδευτικού μηχανισμού έως τον πολεοδομικό σχεδιασμό και τη χάραξη των μεγάλων συγκοινωνιακών δικτύων, απαιτούν στοιχεία μεσοπρόθεσμού σχεδιασμού ως προς την αναγκαιότητα και τη βιωσιμότητα.

Ομως, ο πυρήνας μιας αντίληψης «οικονομικού σχεδίου» ως προς το ποιοι τομείς της οικονομίας πρέπει να αναπτυχθούν υποχώρησε. Αντίθετα, κυριάρχησε μια λογική ότι αρκούσαν κυρίως να διαμορφωθούν ευνοϊκές συνθήκες για την προσέλκυση επενδύσεων και την επιχειρηματικότητα. Η συζήτηση μετατοπίστηκε προς τις «μεταρρυθμίσεις» για τη διευκόλυνση της επιχειρηματικής δράσης, την ιδιωτικοποίηση βασικών υποδομών, τη μείωση του εργατικού κόστους και τη μεγαλύτερη ευελιξία της εργασίας.

Η «φούσκα» ως ανάπτυξη

Σε μια όχι και τόσο μακρινή εποχή μπορούσε κανείς να βρει στα υπουργεία ή στις τράπεζες ανθρώπους με βαθιά γνώση των διαφόρων τομέων της οικονομίας. Γνώριζαν τις παραγωγικές μονάδες που λειτουργούσαν, το είδος των τεχνολογιών που χρησιμοποιούσαν, τα προϊόντα που παρήγαν, τη γεωγραφική κατανομή τους. Σταδιακά, αυτού του είδους η εποπτεία υποχώρησε και αυτή η γνώση κατακερματίστηκε.

Συνέβαλε σε αυτό η αλλαγή αντίληψης για την οικονομική ανάπτυξη. Ιδέες που σε προηγούμενες εποχές είχαν θεωρηθεί αυτονόητες, όπως η έμφαση στις τοπικές ιδιαιτερότητες, στα τοπικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, στην ανάγκη σχετικής αυτάρκειας μέσα από εκβιομηχάνιση για υποκατάσταση εισαγωγών, άρχισαν να υποχωρούν, προς όφελος μιας αντίληψης που έβλεπε την ανάπτυξη κυρίως ως γρήγορη βελτίωση των οικονομικών δεικτών. Ηδη από τη δεκαετία του 1990 οι μεγάλες ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, που συμπλήρωναν τις όποιες εθνικές, η μείωση του κόστους δανεισμού και η δυνατότητα μαζικής άντλησης κεφαλαίων από το χρηματιστήριο, διαμόρφωσε μια νέα εκδοχή «αναπτυξιακής» στρατηγικής που στηριζόταν στη γρήγορη απορρόφηση πόρων, έδινε την εικόνα της ταχείας ανάπτυξης, αλλά είχε και στοιχεία «φούσκας». Ο ερχομός του ευρώ επέτεινε τις τάσεις αυτές.

Κορυφαίο παράδειγμα ο τρόπος που αντιμετωπίστηκαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004. Ενα ευρύτερο σύνολο έργων προωθήθηκαν στο όνομα αυτού του στόχου. Αρκετά ήταν όντως αναγκαία, άλλα έδειξαν την έλλειψη σχεδιασμού και ορισμένα απλώς αναζητούσαν αγοραστή υπογραμμίζοντας τα όρια του «οράματος» και δίνοντας εικόνα σε μία από τις αιτίες της υπερχρέωσης της χώρας.

Κομβική πλευρά της περιόδου εκείνης η θέση ότι η ιδιωτικοποίηση συνιστά «αναπτυξιακή στρατηγική». Η πώληση επιχειρήσεων του Δημοσίου και η απόδοση κρίσιμων υποδομών εξαρχής στην ιδιωτική πρωτοβουλία θεωρήθηκε ότι έδιναν νέα αναπτυξιακή δυναμική. Ομως, ποτέ δεν έγινε μια ουσιώδης αποτίμηση των στρεβλώσεων του μοντέλου, της αύξησης κόστους που μπορεί να είχε σε ορισμένες περιπτώσεις ή του γεγονότος ότι άφησε ως κληρονομιά την αντίληψη ότι η πώληση συνιστά από μόνη της «επένδυση».

Η περίοδος των Μνημονίων αποτύπωσε οδυνηρά το κόστος αυτού του αναπτυξιακού υποδείγματος.

Η αρχαιολογική υπηρεσία, τα δασαρχεία και τα εμπόδια

Την προηγούμενη περίοδο εμπεδώθηκε η αντίληψη ότι μεγάλα αναπτυξιακά σχέδια καθυστερούσαν επειδή προσέκρουαν είτε σε περιβαλλοντικούς περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της δασικής προστασίας, είτε στην επιμονή των στελεχών της αρχαιολογικής υπηρεσίας να ανακαλύπτουν προστατευόμενους αρχαιολογικούς χώρους.

Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα ήταν ότι αρκετά από τα επενδυτικά σχέδια που προτάθηκαν όντως δημιουργούσαν προβλήματα είτε σε σχέση με την περιβαλλοντική προστασία είτε σε σχέση με την προστασία αρχαιοτήτων. Η προσαρμογή των επενδυτικών σχεδίων σε αυτές τις απαιτήσεις, ακόμη και εάν έγινε σε εφαρμογή σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε γενικές γραμμές βελτίωσε το τελικό αποτέλεσμα. Αλλωστε, ακόμη σε διάφορα μέρη της Ελλάδας βλέπουμε τραυματισμένα τοπία από εποχές που δεν λειτούργησαν ανάλογοι μηχανισμοί προστασίας.

Ούτως ή άλλως, το πρόβλημα ήταν ότι κάποια στιγμή όντως στη χώρα μας επικεντρώθηκε η αναζήτηση επενδύσεων σε τομείς όπως το real estate ή ο τουρισμός, επενδύσεις που κατεξοχήν διεκδίκησαν ειδική χωροταξική και περιβαλλοντική μεταχείριση. Μόνο που ταυτόχρονα ήταν και τομείς σχετικά χαμηλής προστιθέμενης αξίας και είναι ευάλωτοι στις δυναμικές της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας, όπως αποδεικνύει η παγκόσμια κατάρρευση της τουριστικής βιομηχανίας.

Η αναζήτηση ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος

Από μια άποψη δεν μας λείπουν οι «αναπτυξιακές στρατηγικές». Αρκεί κανείς να κοιτάξει τις διάφορες επικαιροποιημένες παραλλαγές της Εθνικής Στρατηγικής για βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη που είχε επεξεργαστεί η προηγούμενη κυβέρνηση ή τις διάφορες εξαγγελίες της τρέχουσας. Κοιτώντας τες θα διαπιστώσει ότι συνδυάζουν την αναγκαστική ενσωμάτωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ως αναπτυξιακής στρατηγικής («δημοσιονομική βιωσιμότητα» ήταν η φράση που είχε χρησιμοποιήσει η προηγούμενη κυβέρνηση), τη γενική υπεράσπιση των «μεταρρυθμίσεων» και από εκεί και πέρα τον συνδυασμό της επικέντρωσης σε κλάδους ούτως ή άλλως ενεργούς (τουρισμός, ενέργεια), τη γενική επίκληση της επένδυσης στα δίκτυα και φυσικά την επιμονή στην αναμέτρηση με τις προκλήσεις της 4ης βιομηχανική επανάστασης και της βιωσιμότητας.

Οταν, όμως, έρχεται η ώρα να συζητήσουμε για το τι σημαίνει πραγματικά ανάπτυξη, καταλήγουμε να συζητάμε για τις… μπουλντόζες στο Ελληνικό, κάτι που ακριβώς δείχνει τα όρια αυτής της συζήτησης.

Και καλό είναι να συνειδητοποιήσουμε αυτά τα όρια ακριβώς γιατί είμαστε αντιμέτωποι με μια συγκυρία που αποτελεί τομή και μετάβαση σε νέα εποχή. Από τη μια η πανδημία έφερε στο προσκήνιο παραμέτρους ευαλωτότητας που δίνουν άλλη και πιο επείγουσα διάσταση στην έννοια της βιωσιμότητας. Από την άλλη, το μέγεθος και βάθος της οικονομικής κρίσης αναδεικνύει τα όρια της όποιας ανάκαμψης μετά την προηγούμενη κρίση και παραπέμπει σε συνολικότερους μετασχηματισμούς, ξεκινώντας από τις αλλαγές στη διεθνή αρχιτεκτονική με την επιστροφή εννοιών όπως η σχετική εθνική αυτάρκεια.

Σε ένα τέτοιο τοπίο, είναι ανάγκη η συζήτηση για ένα νέο αναπτυξιακό σχέδιο να αποδεσμευθεί από τους «κοινούς τόπους» που όρισαν τη σχετική συζήτηση τα προηγούμενα χρόνια.

Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε με βάση την παραδοσιακή αντίληψη των ισχυρών κλάδων. Οταν όλοι οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί υπογραμμίζουν ότι η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει ακόμη χειρότερη ύφεση επειδή έχει υπέρμετρη εξάρτηση από τον τουρισμό, αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως η τελευταία προειδοποίηση για την αναγκαία στροφή σε άλλους κλάδους και την αποσύνδεση της έννοιας της επένδυσης από το real estate και τον τουρισμό.

Αντίστοιχα, όταν το προηγούμενο διάστημα αντιμετωπίσαμε μια μεγάλη φυγή μορφωμένου και καταρτισμένου δυναμικού, στην πραγματικότητα μια τεράστια αποεπένδυση ως προς τον πολυτιμότερο παραγωγικό πόρο που διαθέτουμε, έπεται ότι χρειάζεται η εργασία να ξεφύγει από την κατηγορία του κόστους και να μεταφερθεί στην κατηγορία της επένδυσης και άρα να δούμε την αξιοπρέπεια των συνθηκών και της αμοιβής της ως αναπτυξιακή στρατηγική.

Η έννοια της «βιωσιμότητας»

Το ίδιο ισχύει και για την έννοια της «βιωσιμότητας». Μέχρι τώρα την είδαμε κυρίως ως κίνητρο για μια επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όχι πάντα με τον καλύτερο σχεδιασμό εάν κρίνουμε από τις τοπικές αντιδράσεις. Ομως, με την ανησυχία για την κλιματική αλλαγή να κλιμακώνεται, ολοένα και παραπάνω οι περιβαλλοντικοί όροι παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών θα γίνονται καθοριστικοί για την όποια καταναλωτική του απήχηση.

Επειτα χρειάζεται να αποκτήσουμε βιομηχανική μνήμη και προοπτική, δηλαδή επίγνωση των πραγματικών παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας: αυτό αφορά την πραγματική καταγραφή και αξιοποίηση της συσσωρευμένης εμπειρίας, γνώσης, επιδεξιότητας που υπάρχει σε μια σειρά από κλάδους (στη βιομηχανία, στην ενέργεια, στη ναυτιλία, στην πληροφορική), δεξιοτήτων πιο σημαντικών μεσοπρόθεσμα από την ικανότητα αποτελεσματικής κατάρτισης τεχνικών δελτίων για έργα του ΕΣΠΑ, που σε συνδυασμό με την ύπαρξη σημαντικού επιστημονικού δυναμικού και της σημαντικής ερευνητικής υποδομής των πανεπιστημίων, δίνουν όντως τη δυνατότητα βιομηχανικής πολιτικής και στροφής σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Και βέβαια χρειάζεται μια άλλη, πιο ενεργητική αντίληψη για τον ρόλο του κράτους. Η συγκυρία σηματοδοτεί, από διάφορες απόψεις, μια επιστροφή του κράτους, διαψεύδοντας προηγούμενες «ορθοδοξίες». Ομως, δεν αρκεί να δούμε το κράτος απλώς ως έναν φορέα επιδοτήσεων ή μηχανισμό επιμερισμού φοροελαφρύνσεων και «κινήτρων». Τόσο ο αυξημένος ρόλος του στη διαχείριση κρίσιμων υποδομών και κλάδων (είδαμε για παράδειγμα ότι απέναντι στην πανδημία το δημόσιο σύστημα υγείας ήταν η αιχμή του δόρατος) όσο και η ανάγκη να επιτελέσει λειτουργίες συντονισμού, σχεδιασμού και κινητοποίησης παραγωγικών δυνάμεων αποκτούν ξεχωριστή προτεραιότητα.

Γράψτε το σχόλιό σας