Η πρόσφατη απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας για το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – ΕΚΤ του 2015 (PSPP) έχει προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων νομικού και πολιτικού περιεχομένου. Η απόφαση αυτή ανοίγει τον δρόμο ή μάλλον την όρεξη για νέες προσφυγές και για το νέο πρόγραμμα της ΕΚΤ (PEPP). Οπως ανοίγει την όρεξη και Πολωνίας και Ουγγαρίας να εκμεταλλευθούν τη κατάσταση. Από μια πολιτική άποψη, η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου μπορεί αναλυτικά να διακριθεί σε δύο σκέλη: (α) σ’ αυτό που αναφέρεται και αμφισβητεί νομιμότητα Απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ECJ) και (β) στο σκέλος που αμφισβητείται η νομιμότητα των πράξεων της ΕΚΤ. Το δεύτερο ακολουθεί το πρώτο.

Για το πρώτο μέρος το υπερσυντηρητικό Δικαστήριο με μια «συνταγματική θρασύτητα» και με νομικίστικες σοφιστείες και έωλα επιχειρήματα αντάξια γερμανού προτεστάντη καλόγηρου αμφισβητεί την Απόφαση του Δικαστηρίου της ενωσης του Δεκεμβρίου 2018 πάνω σε προδικαστικό αίτημα (preliminary ruling) του ίδιου του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η Απόφαση αφορούσε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ που το Δικαστήριο έκρινε καθ’ όλα νόμιμο. Το γερμανικό Δικαστήριο αποφαίνεται ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο «ξεπέρασε τις αρμοδιότητές του» (ενήργησε, όπως διατείνεται, ultra vires) και άρα η Απόφασή του δεν είναι νόμιμη. Και ως εκ τούτου δεν δεσμεύονται από αυτήν τα όργανα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, πολύ περισσότερο η κεντρική τράπεζα της χώρας (Bundesbank). Η θέση αυτή αποτελεί θρυαλλίδα στα (νομικά) θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ενωσης καθώς αρνείται το βασικό αξίωμα του ενωσιακού δικαίου, δηλαδή την υπεροχή του δικαίου αυτού, περιλαμβανομένων και των Αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Ουαί κι αλοίμονο εάν κάθε εθνικό δικαστήριο είχε μια τέτοια εξουσία. Θα ισοδυναμούσε με ουσιαστική κατάλυση της Ενωσης. Χωρίς υπεροχή του ενωσιακού δικαίου δεν υπάρχει Ενωση (το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αντέδρασε άλλωστε με ανακοίνωσή του, κάτι που κάνει πολύ σπάνια).

Στο δεύτερο σκέλος αμφισβητεί την απόφαση για το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ του 2015 (αν και δεν ισχυρίζεται ευθέως ότι παραβιάζει τη Συνθήκη της Ενωσης) καθώς, όπως διατείνεται, η ΕΚΤ δεν παρέχει «εκτίμηση αναλογικότητας» (proportionality assessment) για το πρόγραμμα. Και καλεί την ΕΚΤ εντός τριών μηνών να υποβάλει τέτοια εκτίμηση. Και το σκέλος αυτό συγκρούεται με τα «ιερά και όσια» της Ενωσης. Πρώτον, η ΕΚΤ υπόκειται μόνο στους κανόνες του ενωσιακού δικαίου – που όπως προείπαμε υπερέχει – και, δεύτερον, αμφισβητεί την ανεξαρτησία της ΕΚΤ, ακρογωνιαίο λίθο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ). Η ΕΚΤ λογοδοτεί μόνο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η ΕΚΤ θα αρνηθεί να υποκύψει και να υποβάλει τέτοια εκτίμηση αναλογικότητας. Διαφορετικά «πάει περίπατο» η ανεξαρτησία. Υπάρχουν και άλλες έωλες πτυχές της Απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου, όπως τα όσα λέγει για τη νομισματική και οικονομική πολιτική. Εν κατακλείδι η απόφαση αυτή αποτελεί πολιτικό σαμποτάζ ενάντια στην ΕΕ.

Η Επιτροπή σκέπτεται να καταθέσει προσφυγή ενάντια στη Γερμανία. Ωστόσο η λύση βρίσκεται στην τροποποίηση των Συνθηκών προκειμένου να αποσαφηνισθούν (και εδραιωθούν) ορισμένες πτυχές που θίγει το Συνταγματικό Δικαστήριο. Χρήσιμο είναι να επισημανθεί εδώ ότι η υπεροχή του δικαίου της ΕΕ είναι η αρχή που διασφαλίζει κυρίως τις μικρότερες χώρες (π.χ. Ελλάδα) ως ισότιμα μέλη της Ενωσης.

Τέλος, οι αρχές που αμφισβητούνται «επιβλήθηκαν» κατά κάποιον τρόπο από τη Γερμανία και ιδιαίτερα αυτή για την ανεξαρτησία της ΕΚΤ. Θυμάμαι τον Χ. Τιτμάγερ, γερμανό εκπρόσωπο στις διακυβερνητικές διασκέψεις, να επιμένει προτεσταντικά στην ανάγκη της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ, διαφορετικά δεν υπάρχει ΟΝΕ.

Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ

Γράψτε το σχόλιο σας