Ο τρόπος που ο πλανήτης μπήκε σε κατ’ οίκον περιορισμό ήταν εντυπωσιακός. Συνολικά, πάνω από δυο δισεκατομμύρια άνθρωποι επηρεάζονται από μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, παραμονής στο σπίτι και περιορισμού της κυκλοφορίας. Πλην περιόδων πολέμου, δεν έχει υπάρξει ποτέ μια τόσο μεγάλη παγκόσμια επιχείρηση αλλαγής της συμπεριφοράς των ανθρώπων.

Η αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων θα κριθεί τις επόμενες εβδομάδες, όταν θα φανεί εάν όντως κατάφεραν να χαμηλώσουν το σημείο κορύφωσης της πανδημίας σε κάθε χώρα, παρότι ειδικοί όπως η ομάδα επιδημιολόγων υπό τον καθηγητή Νeil Ferguson στο Imperial College στο Λονδίνο υποστηρίζουν ότι ήδη υπάρχει μετρήσιμη αποτροπή θανάτων.

Όμως, την ίδια στιγμή τα μέτρα έχουν ένα μεγάλο οικονομικό κόστος, καθώς ουσιαστικά συνεπάγονται ένα «πάγωμα» της οικονομικής δραστηριότητας στους περισσότερους κλάδους, οδηγώντας σε μια πρωτοφανή οικονομική ύφεση. Ο ΟΟΣΑ για παράδειγμα υπολογίζει ότι τα μέτρα οδηγούν σε μειώσεις της παραγωγής κατά 25% κατά μέσο όσο και κάθε μήνας που εφαρμόζονται τα αυστηρά μέτρα περιορισμού σημαίνει και υποχώρηση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ κατά 2%. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είδαν τη μεγαλύτερη αύξηση στην ανεργία στην ιστορία τους, με 10 εκατομμύρια αιτήσεις για επίδομα ανεργίας στις δύο πρώτες εβδομάδες των μέτρων. Σε σχετική έρευνα 58% των αμερικανών εργαζομένων υποστήριξαν ότι εάν η καραντίνα παραταθεί πάνω από 30 μέρες θα έχουν πραγματικό πρόβλημα να πληρώσουν το ενοίκιο ή ακόμη τις αγορές βασικών προϊόντων. Ολοένα και περισσότεροι οικονομολόγοι επιμένουν ότι έρχεται η μεγαλύτερη οικονομική ύφεση από το 1945.

Το χαμήλωμα της καμπύλης και η επιδίωξη «ανοσίας αγέλης» με το μικρότερο κόστος

Η Κίνα φάνηκε στην αρχή να προσφέρει ένα παράδειγμα ριζικού περιορισμού της πανδημίας με ένα συνδυασμό επιθετικής πολιτικής εντοπισμού και ιχνηλάτησης και απομόνωσης κρουσμάτων και μαζικού lockdown. Ανεξάρτητα από την αμφισβήτηση που υπάρχει ως προς τα στοιχεία για τον πραγματικό αριθμό κρουσμάτων στην Κίνα και τη διαπίστωση ότι εμμέσως υπάρχει παραδοχή για συνεχιζόμενη διασπορά (μέσα από τις αναφορές σε «ασυμπτωματικά κρούσματα»), φάνηκε να είναι πιο αποτελεσματική.

Ωστόσο, στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, οι κυβερνήσεις ταλαντεύτηκαν ως προς τα μέτρα και επέδειξαν κενά στην έγκαιρη επιδημιολογική επιτήρηση με αποτέλεσμα όταν άρχισε να συζητιέται το ενδεχόμενο μέτρων, να έχουν ήδη αρκετή διασπορά στην κοινότητα, από έναν ιό που όλα δείχνουν ότι έχει σημαντική μεταδοτικότητα.

Σε εκείνη τη φάση σε ορισμένες χώρες εξετάστηκε το ενδεχόμενο επιδίωξης «ανοσίας αγέλης», δηλαδή τα κράτη να αφήσουν την επιδημία να εξελιχθεί, προστατεύοντας κυρίως τις ιδιαίτερα ευπαθείς ομάδες, ώστε να οικοδομηθεί επαρκής ανοσία στον πληθυσμό που να ανακόπτει την πανδημία και να προστατεύει και τις ευπαθείς ομάδες. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη Μεγάλη Βρετανία, την Ολλανδία και τη Σουηδία. Ωστόσο, η διαπίστωση ότι θα μπορούσε αυτό να σήμαινε ότι η κορύφωση της πανδημία θα απαιτούσε κλίνες σε ΜΕΘ υπερπολλαπλάσιες των διαθέσιμων, οδήγησε στην επιλογή πολύ πιο περιοριστικών μέτρων, με την εξαίρεση της Σουηδίας.

Ωστόσο, και τα περιοριστικά μέτρα που ελήφθησαν στις περισσότερες χώρες, που έγιναν αυστηρότερα όσο φαινόταν ότι οι χώρες πήγαιναν για ραγδαία αύξηση κρουσμάτων, επίσης κατέτειναν σε μια πολύ πιο αργή στρατηγική «ανοσίας αγέλης», ακόμη και εάν δεν το επεδίωξαν. Ο λόγος είναι ότι με το εμβόλιο να αργεί – άλλωστε εξαρχής έγινε σαφές ότι δεν θα ήταν εύκολο– είναι δεδομένο ότι η πανδημία θα κάνει τον κύκλο της, δηλαδή θα νοσήσει ένα σημαντικό μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού, τόσο ώστε να μην μπορεί να έχει παραπέρα διασπορά.

Η στρατηγική του χαμηλώματος ή επιπεδοποίησης της καμπύλης επιδιώκει αυτό να γίνει με πιο αργό ρυθμό ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος κατάρρευσης του συστήματος υγείας, με παράλληλη προστασία των ευπαθών ομάδων. Δηλ. είναι μια στρατηγική να νοσήσει αναγκαστικά μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αλλά να μην έχουμε θανάτους επειδή άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε ΜΕΘ και συνολικά στο σύστημα υγείας και άρα η τελική «ανοσία αγέλης» να επέλθει με το μικρότερο δυνατό κόστος, ή να κερδηθεί χρόνος μέχρι τη βελτίωση των θεραπευτικών μέσων.

Το δύσκολο στοίχημα της «εξόδου»

Τα μέτρα που επιδιώκουν να «χαμηλώσουν την καμπύλη» έχουν όλα τα ωφελήματα που γνωρίζουμε. Όμως, συνάμα διαμορφώνουν και το ερώτημα του σχεδιασμού της «εξόδου» από αυτά, με τρόπο που και να μην υπάρξουν νέοι υγειονομικοί κίνδυνοι και να μειωθεί το οικονομικό κόστος.

Πάνω σε αυτό υπάρχουν διάφορες δυσκολίες. Καταρχάς υπάρχει το ερώτημα για τη συμπεριφορά της ίδιας της επιδημίας, εάν δηλαδή, θα είναι σε ένα κύμα, ή θα συνεχίζεται για καιρό με αλλεπάλληλα κύματα. Αυτό δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί και έχει να κάνει και με τη συμπεριφορά του ίδιου του ιού (συμπεριλαμβανομένης ενδεχόμενης μετάλλαξης που θα έκανε πιο δύσκολα τα πράγματα) αλλά και με τον πραγματικό βαθμό στον οποίο μέχρι τώρα εκτέθηκαν οι κοινωνίες άρα και το πραγματικό επίπεδο ανοσίας που αφήνει το τωρινό κύμα. Είναι προφανές ότι αλλεπάλληλα κύματα, συνδυασμένα με αλλεπάλληλα κύματα έκτακτων μέτρων, θα σημαίνουν και αντίστοιχη διεύρυνση του συνολικού κοινωνικού κόστους.

Ο φόβος των κυβερνήσεων είναι ότι εάν χαλαρώσουν τα μέτρα πιο νωρίς, τότε θα υπάρξει νέο κύμα με όλα τα προβλήματα που αυτό συνεπάγεται. Αυτό φέρνει τις κυβερνήσεις μεταξύ σφύρας και άκμονος: όσο νωρίτερα άρουν τα μέτρα, τόσο μεγαλύτερος θα είναι ο κίνδυνος για εκ νέου έξαρση στο βραχύ χρόνο, όσο τα παρατείνουν μεγαλύτερο ενδεχόμενο το κοινωνικό κόστος να είναι βαρύ. Και βέβαια το κοινωνικό κόστος δεν είναι στενά «οικονομικό». Μια παρατεταμένη ύφεση και ανεργία θα επιφέρει και επιδείνωση των δεικτών υγείας και τελικά θα κοστίσει επίσης ζωές.

Ούτως ή άλλως, η όποια επανεκκίνηση δεν θα είναι εύκολη, ούτε θα είναι καθολική. Υπάρχουν κλάδοι με εποχικότητα όπως ο τουρισμός πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να χαθεί μια ολόκληρη σαιζόν. Υπάρχουν επιχειρήσεις που μπορεί να συναντήσουν δυσκολία να «πάρουν εμπρός» ξανά. Το συνολικό ιδιωτικό χρέος θα είναι βαρύ μέσα σε συνθήκες ύφεσης. Η σταδιακή επαναλειτουργία θα συνεπάγεται και σταθερά πολύ αυξημένη ανεργία. Η κοινωνική συνοχή θα έχει δεχτεί μεγάλα πλήγματα, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι τα πιο επισφαλή τμήματα του εργατικού δυναμικού σε ορισμένους κλάδους θα έχουν πληρώσει και το πιο μεγάλο τίμημα.

Σε όλα αυτά προστίθεται και ένα επιπλέον πρόβλημα. Οι κυβερνήσεις παίρνοντας αυστηρά μέτρα και προσπαθώντας να δώσουν στις κοινωνίες την αίσθηση ότι έχουν την κατάσταση υπό έλεγχο, διαμόρφωσαν ένα κλίμα, όπου οποιαδήποτε χαλάρωση κινδυνεύει να γίνει αντιληπτή ως έκθεση σε κίνδυνο και αυτό δυσκολεύει τη λήψη αποφάσεων για χαλάρωση των μέτρων. Αυτό γίνεται πιο δύσκολο και από το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις αναγκαστικά πρέπει να δίνουν διαρκώς υποσχέσεις που να παραπέμπουν στη «προστασία του πληθυσμού» ακόμη και όταν στην πραγματικότητα κάνουν ελεγχόμενη και κατά το δυνατό περιορισμένη έκθεση στον κίνδυνο.

Τα πρώτα σχέδια για επανεκκίνηση

Παρ’ όλα αυτά οι χώρες προσπαθούν να δώσουν τα πρώτα ορόσημα για μερική χαλάρωση των μέτρων. Κατά βάση θέτουν δύο κρίσιμα χρονικά σημεία. Από τη μια, το τέλος της περιόδου του Πάσχα των Καθολικών και από την άλλη τον Μάιο.

Η Αυστρία ήδη προανήγγειλε μια μερική επαναλειτουργία μερικών καταστημάτων μετά τις 14 Απριλίου και κυρίως μετά την 1η Μάη. Η Γερμανία αποφεύγει να κάνει σχετικές ανακοινώσεις, όμως η συζήτηση έχει ανοίξει και έκθεση του οικονομικού ινστιτούτου Ifo, που χαίρει μεγάλης εκτίμησης, όχι μόνο αποτιμά αναλυτικά το οικονομικό κόστος των μέτρων της πανδημίας αλλά και καλεί σε μια στοχευμένη στρατηγική «εξόδου» και επανεκκίνησης με συνεχή υπολογισμό των κινδύνων και άρση των απαγορεύσεων για συγκεκριμένες περιοχές, δραστηριότητες και ηλικιακές κατηγορίες. Στη Δανία ανακοινώθηκε πρόσφατα χρονοδιάγραμμα για το πότε θα εκτιμηθεί η σταδιακή άρση των μέτρων. Τόνο αισιοδοξίας προσπαθεί να δώσει και η γαλλική κυβέρνηση. Όλα αυτά, όμως, θα κριθούν και από τις δυναμικές της πανδημίας το επόμενο διάστημα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο