Ένας πόλεμος τιμών είναι σε εξέλιξη για την τιμή του πετρελαίου. Και την κλιμάκωσή του επέλεξε  η Σαουδική Αραβία με την απόφασή της να μην προχωρήσει σε περιορισμούς στην παραγωγή της εν μέσω εμφανούς υποχώρησης της ζήτησης εξαιτίας της επιδημίας του νέου κοροναϊού. Και όταν σε συνθήκες υποχώρησης της ζήτησης αυξάνεται η προσφορά εύλογο είναι να μειωθούν οι τιμές.

Επιπλέον η Σαουδική Αραβία δεν είναι απλώς μια πετρελαιοπαραγωγός χώρα. Έχει μεγάλα αποθέματα και χαμηλό κόστος παραγωγής. Η συμπεριφορά της ως προς τον όγκο παραγωγής επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την τιμή του πετρελαίου. Αυτή είναι και μία από τις βάσεις της «στρατηγικής» σχέσης με τις ΗΠΑ.

Και εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η τιμή του πετρελαίου καθορίζεται με έναν ιδιαίτερα σύνθετο τρόπο. Η κρίσιμη τιμή είναι η οριακή, εκεί δηλαδή όπου καλύπτεται η τρέχουσα ζήτηση. Επειδή, όμως, έχουμε σημαντικές διαφορές ως προς το κόστος παραγωγής, η συνολική παραγωγή (άρα και η παραγωγή ανά χώρα) μετράει. Εάν οι παραγωγοί με χαμηλό κόστος και μεγάλο περιθώριο να αυξήσουν την παραγωγή «κατακλύσουν» την αγορά, οι τιμές κατρακυλούν, δημιουργώντας προβλήματα. Αυτό εξηγεί τη διαρκή διαπραγμάτευση ως προς το να μπαίνουν περιορισμοί στη συνολική παραγωγή, ώστε οι τιμές να διατηρούνται σε ένα ορισμένο επίπεδο.

Μόνο που αυτό δεν ήταν ποτέ μια «ομαλή» διαδικασία.

 

Η αναζήτηση της «βέλτιστης τιμής»

Υπό κανονικές συνθήκες υποτίθεται ότι  μπορεί να βρεθεί μια τιμή που να εξασφαλίζει αξιοπρεπή κέρδη για όλες τις χώρες και να χωράει όλους τους βασικούς παραγωγούς και ταυτόχρονα να μην είναι τέτοια που να επηρεάζει αρνητικά την παγκόσμια οικονομία.

Βλέπεται η τιμή του πετρελαίου συμμετέχει στην «εξίσωση» της παγκόσμιας οικονομίας με δύο τρόπους. Αφενός, ως κόστος παραγωγής που πρέπει να κρατηθεί σε λογικά επίπεδα. Αφετέρου, ως τιμή ενός βασικού και εξαγώγιμου προϊόντος αρκετών χωρών.

Και αυτό εξαρτάται και από το ποιες πηγές πετρελαίου μπαίνουν στην παγκόσμια αγορά. Έτσι η βασική αλλαγή των τελευταίων ετών είναι η σημασία των εξαγωγών σχιστολιθικού πετρελαίου κυρίως από τις ΗΠΑ.  Η μέθοδος αυτή αύξησε τα περιθώρια παραγωγής από τις ΗΠΑ, όμως έχει ένα μεγαλύτερο κόστος και με αυτή είναι η συγκεκριμένη παραγωγή είναι συμφέρουσα μόνο από την προϋπόθεση ότι οι τιμές διατηρούνται σε σχετικά υψηλά επίπεδα.

 

Η κατάρρευση της συμφωνίας Σαουδικής Αραβίας και Ρωσίας

Τα τελευταία χρόνια είχε διαμορφωθεί το σχήμα που έγινε γνωστό ως OPEC+. Αυτό περιλάμβανε τις 14 χώρες που ήταν παραδοσιακά μέλη του OPEC και άλλες 10 χώρες, ανάμεσά τους και τη Ρωσία. Στην πρώτη ομάδα κυριαρχεί η Σαουδική Αραβία, στη δεύτερη η Ρωσία. Το σχήμα αυτό διαμορφώθηκε το 2017 με σκοπό να συντονιστούν οι χώρες μεταξύ τους και να υπάρξει σταθερότητα στις τιμές. Συνολικά ο OPEC+ καλύπτει το μισό της παγκόσμιας παραγωγής και άρα έχει σημαντική ικανότητα επηρεασμού της τιμής. Οι ΗΠΑ όπως και άλλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς και η Νορβηγία δεν ήταν τμήμα αυτών των συμφωνιών. Ωστόσο, η συμφωνία του 2017 διευκόλυνε και τις ΗΠΑ αφού επέτρεψε να είναι ανταγωνιστικό το σχιστολιθικό πετρέλαιο.

Όμως, η Ρωσία, που έχει δεχτεί σημαντικά πλήγματα στις ενεργειακές της εξαγωγές από τις προσπάθειες να παρεμποδιστεί η παραπέρα τροφοδοσία της Δυτικής Ευρώπης με ρωσικό φυσικό αέριο, μέσω των αμερικανικών κυρώσεων και πιέσεων, φαίνεται ότι αποφάσισε να χτυπήσει τις αμερικανικές εξαγωγές σχιστολιθικου πετρελαίου επιλέγοντας να μη συμφωνήσει στους περιορισμούς παραγωγής που πρότεινε η Σαουδική Αραβία, θεωρώντας ότι τυχόν περιορισμός της παραγωγής θα ευνοούσε κυρίως τις αμερικανικές εταιρείες. Φαίνεται ότι επιλογές της αμερικανικής κυβέρνησης όπως η προσπάθεια ακύρωσης του αγωγού Nord Stream 2 συνετέλεσαν στη ρωσική επιλογή να χτυπήσουν τις αμερικανικές εταιρείες με αυτόν τον τρόπο.

Αναλυτές σημειώνουν ότι η μεγάλη αύξηση του κλάδου του σχιστολιθικού πετρελαίου στις ΗΠΑ, που έχει και τη στήριξη του Προέδρου Τραμπ, σε μεγάλο βαθμό στηρίχτηκε σε δανεισμό και αυτό τον κάνει ιδιαίτερα ευάλωτο σε μεγάλες υποχωρήσεις των τιμών.

Από τη στιγμή, όμως, που η Ρωσία ανακοίνωσε ότι δεν θα προχωρούσε σε μειώσεις της παραγωγής, η Σαουδική Αραβία, που ούτως ή άλλως έβλεπε και αυτή ανταγωνιστικά τις αμερικανικές εταιρείες, δεν είχε άλλη επιλογή από το να δηλώσει ότι μειώνει τις τιμές.

Μόνο που αυτό ήρθε σε μια συγκυρία όπου η υποχώρηση της παγκόσμιας ζήτησης, κυρίως λόγω της οικονομικής επιβράδυνσης στην Κίνα εξαιτίας της επιδημίας του νέου κοροναϊού, ούτως ή άλλως είχε οδηγήσει από την αρχή της χρονιάς σε υποχώρηση των τιμών του αργού πετρελαίου κατά 30%. Οι τελευταίες εξελίξεις οδήγησαν σε μια περεταίρω μείωση 20%. Ως αποτέλεσμα, ενώ στην αρχή της χρονιάς η τιμή του πετρελαίου ήταν λίγο πάνω από τα 65 δολάρια το βαρέλι, τη Δευτέρα 9 Μαρτίου η τιμή του Μπρεντ υποχώρησε στα 35,49 δολάρια. Προηγήθηκε η ραγδαία υποχώρηση των προθεσμιακών συμβολαίων (futures) στια ασιατικές αγορές, που ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη μετά τον Πόλεμου του Κόλπου το 1991.

 

Πόλεμος τιμών, η απειλή της επιδημίας και η υποχώρηση της ζήτησης

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η κατάρρευση αυτή των τιμών του πετρελαίου, ήρθε από το συνδυασμό της επιλογής μη μείωσης της παραγωγής με την πρόβλεψη ότι εξαιτίας της επιδημίας του κοροναϊού το 2020 θα υπάρξει υποχώρηση της παγκόσμιας ζήτησης, η πρώτη συρρίκνωση της παγκόσμια ζήτησης πετρελαίου από το 2009.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Διεθνής Επιτροπή Ενέργειας, η υποχώρηση της παγκόσμιας ζήτησης εκτιμάται ότι το πρώτο τρίμηνο του 2020 θα φτάσει τα 2,5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, εκ των οποίων το 1.8 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα θα αφορά την υποχώρηση της ζήτησης στην Κίνα.

Οι μετοχές των εταιρειών πετρελαίου υποχώρησαν σημαντικά σε όλα τα χρηματιστήρια. Ο λόγος είναι ότι οι επενδυτές εκτιμούν ότι θα βρεθούν σε μια δύσκολη θέση, παρότι μπόρεσαν το προηγούμενο διάστημα να κάνουν αρκετές αναδιαρθρώσεις και να περιορίσουν το λειτουργικό τους κόστος έτσι ώστε να έχουν μεγαλύτερα έσοδα με την τιμή του πετρελαίου στα 65 δολάρια το βαρέλι σε σχέση με την περίοδο που αυτή κινείτο κοντά στα 100 δολάρια. Όμως, η προοπτική οι τιμές  να μείνουν κάτω από τα 40 δολάρια απειλούν να τις φέρουν σε δύσκολη θέση, παρά τα εκτεταμένα επενδυτικά τους προγράμματα στις ΑΠΕ για να μπορέσουν να «απεξαρτηθούν» σταδιακά από το πετρέλαιο.

 

Τα όρια του πολέμου των τιμών

Παρότι η Ρωσία είδε το προηγούμενο διάστημα τις εξαγωγές της πετρελαίου προς την Κίνα να διατηρούνται αμείωτες (με την Κίνα να ενισχύει τα αποθέματά της σε πετρέλαιο την ώρα που έχει φτάσει στα όριά της ως προς την αποθήκευση υγροποιημένου φυσικού αερίου) μεσοπρόθεσμα οι χαμηλές τιμές μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα στη ρωσική οικονομία, όσο πολιτικά επιθυμητό και εάν είναι το χτύπημα στις αμερικανικές εταιρείες.

Αντίστοιχα, η Σαουδική Αραβία, που βρίσκεται εν μέσω μια νέας κλιμάκωσης των συγκρούσεων εντός του Οίκου του Σαούντ, κινδυνεύει να αντιμετωπίσει ξανά μεγάλο πρόβλημα με τον προϋπολογισμό της. Το φετινό προβλεπόμενο έλλειμμα των 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων (6,4% του ΑΕΠ) είχε στηριχτεί σε πρόβλεψη τιμών γύρω στα 62-63 δολάρια το βαρέλι και μια παραγωγή 9,8 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα.

Γράψτε το σχόλιο σας