Ας φαντασθούμε τη χώρα λίγα χρόνια μετά την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους. Ενα ξέφραγο αμπέλι. Ενα οικόπεδο «σπαρμένο» με αρχαιότητες και άλλους πολιτιστικούς θησαυρούς. Στους οποίους μάλιστα οι ντόπιοι δεν έδιναν, από άγνοια, και πολύ μεγάλη σημασία. Ισα ίσα, σύμφωνα με καταγραφές της εποχής, το βασικό τους μέλημα ήταν το μέλλον. Η όσο το δυνατόν ταχύτερη μετάβαση από τη φουστανέλα στα «φράγκικα» ρούχα.

Ο εξευρωπαϊσμός της καθημερινότητάς τους. Να γίνει, τουλάχιστον η Αθήνα, μια κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα με κατοίκους που ζουν σε «καινούργια» σπίτια, έχουν «καινούργια» ονόματα, ακούνε «καινούργιες» μουσικές, τρώνε «καινούργια» φαγητά, θαυμάζουν (και μαθαίνουν) «καινούργιες» τέχνες.

Και από την άλλη ήταν οι «καινούργιοι», οι ξένοι, επισκέπτες ή προσωρινοί κάτοικοι. Ανθρωποι που ήρθαν εδώ, σε ένα μικρό «ολοκαίνουργιο» κράτος. Αλλοι από ανάγκη, άλλοι από περιέργεια, άλλοι από ρομαντισμό (μην ξεχνάμε τον ρόλο του Μπάιρον και τα λίγα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από τη Γαλλική Επανάσταση).

Και πάρα πολλοί από αγάπη και θαυμασμό για την αρχαία Ελλάδα. Αυτή που ήταν λίγα εκατοστά μόνο κάτω από την επιφάνεια της νέας και σε προκαλούσε να την ανακαλύψεις. Ακούγεται συναρπαστικό να ήταν κάποιος αρχαιολόγος στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1830. Τόσο που ακόμη και αν δεν ήταν, μπορούσε να γίνει. Οπως, για παράδειγμα, ο Ερνστ Κούρτιους.

Για να λέμε την αλήθεια, η αρχαία Ελλάδα διασώθηκε στη σύγχρονη εποχή της, εν πολλοίς, χάρη στην καλοσύνη των ξένων. Και το ενδιαφέρον τους. Πέρα από αυτό, όμως, οι ξένοι αρχαιολόγοι, περιηγητές και γενικώς επισκέπτες στη χώρα μας εκείνη την εποχή ήταν ένα είδος Instagram, οι επιστολές τους κάτι σαν instastories. Αυτοί, με το αποστασιοποιημένο μάτι του παρατηρητή, μπορούσαν να δουν αντικειμενικά την πραγματικότητα. Αλλωστε ένα από τα πιο σημαντικά ντοκουμέντα εκείνης της εποχής και της Αθήνας των 10.000 κατοίκων δεν είναι το ημερολόγιο της Χριστίνας Λυτ έτσι όπως το διαβάσαμε στο «Μια Δανέζα στην αυλή του Οθωνα»;

Γράψτε το σχόλιο σας