Είναι αλήθεια ότι σε επίπεδο αρχών και μεθοδολογίας η Νέα Δημοκρατία είχε μια σαφή τοποθέτηση για το προσφυγικό και το μεταναστευτικό, με αυτήν κατέβηκε στην εκλογική μάχη και αυτήν επανέλαβε στη συζήτηση για τις αλλαγές στη διαδικασία απονομής ασύλου.

Η μεθοδολογία αυτή στηρίζεται στα ακόλουθα:

·        Στον διαχωρισμό προσφύγων και μεταναστών, με σαφή τοποθέτηση ότι η χώρα θα απελαύνει όποιον έχει προφίλ μετανάστη. Η κυβέρνηση επιμένει ότι επειδή πλέον έρχονται λιγότεροι από την Συρία και περισσότεροι από το Αφγανιστάν και τη Βόρεια Αφρική, ο μεγαλύτερος αριθμός των αιτούντων ασύλου θα αποδεικνύεται ότι είναι μετανάστες και θα μπορούν να απελαθούν.

·        Στην ταχύτερη εξέταση των αιτημάτων ασύλου, με επιτάχυνση των διαδικασιών, ώστε να γίνεται έγκαιρα ο διαχωρισμός όσων μπορούν να μείνουν υπό καθεστώς ανθρωπιστικής προστασίας (ή να μετακινηθούν προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες) και ποιοι θα απελαθούν.

·        Στην ολοκλήρωση αυτών των διαδικασιών έγκαιρα και γρήγορα στα νησιά, σε κλειστά κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης, από όπου και να γίνονται οι απελάσεις.

·        Στην επιτάχυνση του ελέγχου όλων των εκκρεμουσών αιτήσεων ασύλου, έτσι ώστε και στα νησιά και στην ενδοχώρα να εντοπιστούν αυτοί που θα μπορούν να έχουν ανθρωπιστική προστασία και να απελαθούν, αφού πρώτα εγκατασταθούν σε κλειστά προαναχωρησιακά κέντρα, παράλληλα με τον εντοπισμό και την ένταξη σε αυτά τα κλειστά κέντρα όσων οι αιτήσεις έχουν απορριφθεί και πρέπει να απελαθούν

·        Στην καλύτερη φύλαξη των συνόρων, μέσα από την ενίσχυση σε προσωπικό και στόχο να αποτρέπεται η άφιξη στην Ελλάδα

 

Τι έχει κάνει από το σχεδιασμό μέχρι τώρα η κυβέρνηση

Μέχρι τώρα η κυβέρνηση έχει κυρίως αλλάξει το καθεστώς για το άσυλο, σε μια προσπάθεια να κάνει ακόμη πιο σαφή τον διαχωρισμό ανάμεσα σε πρόσφυγες και μετανάστες, να επιταχύνει την όλη διαδικασία και να έχει υψηλότερα ποσοστά τελικών απορρίψεων των αιτήσεων ασύλου και άρα απελάσεων, να περιορίσει το ποιοι αιτούντες άσυλο θα θεωρούνται ότι έχουν όντως «προσφυγικό προφίλ» και ποιοι όχι, να περιορίσει το ποιοι θα θεωρούνται ότι ανήκουν στις ευάλωτες ομάδες και να δώσει τη δυνατότητα μακρόχρονης κράτησης των αιτούμενων ανθρωπιστικής προστασίας.

Οι ρυθμίσεις του νέου νόμου έχουν δεχτεί έντονη κριτική από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ΜΚΟ που ασχολούνται με τα ζητήματα του προσφυγικού και του μεταναστευτικού που υποστήριξαν ότι ο νόμος περιορίζει τα επίπεδα εγγυήσεων, δυσκολεύει τη χορήγηση ασύλου και επεκτείνει σημαντικά τη δυνατότητα κράτησης.

Το άλλο βήμα της κυβέρνησης ήταν η αναγκαστικά απόφαση για μεταφορά μεγάλων αριθμών αιτούμενων ανθρωπιστικής προστασίας από τα νησιά προς εγκαταστάσεις της ενδοχώρας.

 

Σημειώνουμε το αναγκαστική, γιατί μία από τις βασικές προβλέψεις της Κοινής Δήλωσης ΕΕ και Τουρκίας είναι οι άνθρωποι αυτοί να παραμένουν στα νησιά, γιατί η παραμονή τους εκεί είναι όρος και για το μηχανισμό επιστροφών που περιλαμβάνει η συμφωνία. Όμως, η κατάσταση ήταν οριακή, οπότε η κυβέρνηση αποφάσισε τη μεταφορά.

Βέβαια η κίνηση αυτή προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων σε τοπικό επίπεδο, συχνά και με ανοιχτά ρατσιστικό τόνο, ενώ έντονες αντιρρήσεις εκφράστηκαν και από αυτοδιοικητικούς άρχοντες που πρόσκεινται στη Νέα Δημοκρατία.

Απέναντι σε αυτό, η κυβέρνηση θα κάνει μια μεγάλη προσπάθεια να πείσει για την αναγκαιότητα των μετεγκαταστάσεων στην ενδοχώρα, ενώ αυτό ήταν και το αντικείμενο της σύσκεψης του πρωθυπουργού με τους Περιφερειάρχες στις 18/11 όπου τους ζήτησε να επιδείξουν ακριβώς την αλληλεγγύη που η Ελλάδα ζητά από τους ευρωπαίους εταίρους της.

 

Οι εξαγγελίες για τα κλειστά προαναχωριακά κέντρα

Σε αυτό το πλαίσιο ο πρωθυπουργός προανήγγειλε την κατασκευή κλειστών προαναχωρησιακών κέντρων στα νησιά αρχικά αλλά και στην ενδοχώρα ως βασικό μέτρο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Σε λίγες ώρες θα γνωρίζουμε τα βασικά σημεία του σχεδίου της κυβέρνησης.

Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση επιδιώκει με αυτή την κίνηση και να κάνει ένα βήμα στην υλοποίηση του συνολικού της σχεδιασμού, αλλά και να καθησυχάσει τις τοπικές κοινωνίες ως προς τις αντιδράσεις.

Εδώ εντάσσεται και η δέσμευση ότι ο αριθμός των αιτουμένων ανθρωπιστική προστασία που θα εγκατασταθούν σε αυτά δεν θα υπερβαίνει το 1% του πληθυσμού κάθε περιφέρειας.

Το κλειδί είναι προφανώς η έννοια των κλειστών κέντρων, σε αντιδιαστολή με τη σημερινή συνθήκη όπου δεν έχουμε κλειστά κέντρα. Αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε να κάνουμε με μια μορφή κράτησης και εγκλεισμού.

Ουσιαστικά, η κυβέρνηση θέλει να υλοποιήσει την αρχική της εξαγγελία για κλειστά κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης στα νησιά στο πλαίσιο της λογικής για γρήγορη εξέταση και απόρριψη των αιτήσεων ασύλου και άμεση επιστροφή προς την Τουρκία.

Ταυτόχρονα, φαίνεται να θέλει να κάνει σαφές ότι σταδιακά και στην ενδοχώρα θα μιλάμε για παράλληλη επιτάχυνση των διαδικασιών ολοκλήρωσης των αιτήσεων ασύλου και διατήρηση αυτών των ανθρώπων εντός κλειστών δομών, με σκοπό να αναζητηθούν τρόποι επιστροφής τους. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι η αναφορά σε κλειστά κέντρα θα είναι και προσπάθεια απάντησης στις αντιδράσεις σε τοπικό επίπεδο.

Αυτό θυμίζει εν μέρει την προηγούμενη κατάσταση με τα κλειστά κέντρα κράτησης όπως ήταν η Αμυγδαλέζα, αλλά στις νέες συνθήκες των ενισχυμένων αφίξεων αιτουμένων ανθρωπιστικής προστασίας.

Το άλλο μέτρο που ανακοίνωσε η κυβέρνηση είναι οι προσλήψεις συνοριοφυλάκων έτσι ώστε να ενισχυθεί η φύλαξη των συνόρων και να υπάρξει μεγαλύτερη αποτροπή της άφιξης προσφύγων.

Τα όρια των κλειστών κέντρων

Εάν δούμε τον ευρωπαϊκό σχεδιασμό, εδώ και αρκετά χρόνια, θα διαπιστώσουμε ότι η λογική είναι το «σφράγισμα» των συνόρων και η αποτροπή της άφιξης. Αυτή γίνεται με την προσπάθεια απώθησης των αφίξεων, το «κλείσιμο» ουσιαστικά των λιμανιών της Ιταλίας αλλά και τη λογική του εγκλωβισμού στα νησιά πριν την επιστροφή.

Ανομολόγητη παράμετρος αυτού του σχεδιασμού, είναι το να φαντάζει όχι απλώς αλυσιτελής αλλά και επικίνδυνη ή βασανιστική η επιλογή να ξεκινήσει κάποιος αυτό το ταξίδι. Βέβαια η τακτική αυτή, που στο παρελθόν είχε πάρει μορφές ακόμη και βαναυσότητας, δεν έχει αποδειχτεί να ανακόψει τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές, απλώς έχει κάνει πιο επικίνδυνη την άφιξη και πιο δύσκολη τη συνθήκη διαβίωσης.

Η κυβέρνηση είναι αλήθεια ότι δεν προβάλει τόσο τις κακές συνθήκες όσο τη βεβαιότητα της επιστροφής για όσους θα κριθούν ότι είναι μετανάστες και όχι πρόσφυγες, όμως δεν είναι δεδομένο ότι το ζήτημα είναι απλώς θέμα αποτροπής. Ιδίως από τη στιγμή που συχνά η υπερπροβολή της διάκρισης ανάμεσα σε μετανάστες και πρόσφυγες όχι μόνο παρουσιάζει τη μετανάστευση ως παραβατικότητα (ενώ αποτελεί τρόπο διαφυγής από την εξαθλίωση, κάτι που η χώρα μας γνωρίζει διαχρονικά πολύ καλά), αλλά και απειλεί να υπονομεύσει το δικαίωμα σε εξατομικευμένη κρίση κάθε αιτήματος ανθρωπιστικής προστασίας.

Όμως, το πρόβλημα είναι ότι στο βαθμό που οι προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές συνεχίζονται, τη στιγμή μάλιστα που φαίνεται μάλλον δύσκολη η επίτευξη των ρυθμών οριστικής εξέτασης των αιτημάτων ανθρωπιστικής προστασίας, εύλογο είναι κανείς να υποθέσει εκ νέου συνθήκες Μόριας, αυτή τη φορά εντός κλειστών κέντρων, ιδίως στα νησιά.

Και καθώς είναι πολύ πιθανό η υπόθεση των επιστροφών στην Τουρκία ή των απελάσεων προς τις χώρες προέλευσης να αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολη στην πράξη, τα φαινόμενα υπερπληθυσμού και άρα εκ των πραγμάτων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να γίνουν ακόμη χειρότερα.

Η ανάγκη να ξεφύγουμε από τη λογική του φραγμού

Η εμπειρία στο μεταναστευτικό έχει δείξει ότι αργά ή γρήγορα η επικέντρωση στη λογική του «φραγμού», στον μαζικό εγκλεισμό, στις μαζικές απελάσεις καταλήγει να δημιουργεί πολύ περισσότερα και σοβαρότερα προβλήματα από όσα θεωρεί ότι επιλύει, ακόμη και εάν ταιριάζει σε συντηρητικά και ξενοφοβικά αντανακλαστικά που υπάρχουν και στην κοινωνία.

Η ανάγκη αλλαγής υποδείγματος στην αντιμετώπιση του προσφυγικού και του μεταναστευτικού, με έμφαση στην πραγματική διεθνή αλληλεγγύη και συνεργασία, την αντιμετώπιση των αιτίων που γεννούν τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές, την κατοχύρωση του δικαιώματος στην ανθρωπιστική προστασία, τη συνειδητοποίηση ότι δεν μιλούμε για «εισβολή» αλλά για την άφιξη ανθρώπων που έχουν δικαίωμα και στην αξιοπρέπεια και στην ελπίδα, καθίσταται περισσότερο παρά ποτέ αναγκαία.