Η κυβέρνηση έχει τα χρονικά περιθώρια να ξανακοιτάξει και να διορθώσει τη διάταξη του φορολογικού νομοσχεδίου που υποχρεώνει τους φορολογουμένους να έχουν ηλεκτρονικές δαπάνες ίσες με το 30% του εισοδήματός τους για να αποφύγουν το πέναλτι του έξτρα φόρου 22%. Διότι, αν δεν το κάνει, κινδυνεύει να κατηγορηθεί ότι σκοπίμως επέβαλε έναν κρυφό φόρο σε δεκάδες χιλιάδες πολίτες, κυρίως μισθωτούς και συνταξιούχους, οι οποίοι εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να φθάσουν το όριο αυτό.

Τα μηνύματα που έχουν στείλει οι ίδιοι οι φορολογούμενοι στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης για το φορολογικό νομοσχέδιο είναι αποκαλυπτικά για το ποιοι θα χάσουν και ποιοι θα κερδίσουν από ένα τέτοιο μέτρο. Γιατί, βεβαίως, είναι σωστό και θεμιτό για κάθε κυβέρνηση να προωθεί τη διεύρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών ως ένα όπλο στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής, αλλά είναι ταυτόχρονα άκρως προβληματικό και αναποτελεσματικό όταν αυτό καταλήγει να εφαρμόζεται σε βάρος όλων των συνεπών φορολογουμένων, επιβραβεύοντας στην ουσία τους ανειλικρινείς.

Κακά τα ψέματα, όπως έχει ήδη ανακοινωθεί για να εφαρμοσθεί το μέτρο, μισθωτοί με μεσαία εισοδήματα αλλά και συνταξιούχοι, άτομα που ζουν μόνα τους, διαζευγμένοι και άλλες πολλές κατηγορίες πολιτών δεν θα μπορέσουν να φθάσουν το 30%. Γιατί, πολύ απλά, το όριο αυτό επιβάλλεται επί ενός συνολικού δηλωθέντος εισοδήματος που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει αν αφαιρεθούν οι φόροι που καταβάλλονται στο κράτος, στα δάνεια στις τράπεζες και άλλες πάγιες υποχρεώσεις των νοικοκυριών. Ετσι, στην πράξη, το όριο του 30% μπορεί να γίνεται 50%, 60% ή και 70% επί του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος. Και αυτό είναι εξωπραγματικό και άπιαστο.

Από την άλλη, δεν μπορείς να υποχρεώνεις κάποιον να δαπανά με το ζόρι για να πιάσει ένα αυθαίρετο όριο συναλλαγών με κάρτες, στερώντας του τη δυνατότητα να κάνει αποταμίευση εάν, για χίλιους δύο λόγους, ο ίδιος το επιθυμεί. Δεν είναι λίγα τα νοικοκυριά που αναγκάζονται να αποταμιεύουν, περιορίζοντας στο ελάχιστο την καταναλωτική δαπάνη τους, για να αντιμετωπίσουν προγραμματισμένα έξοδα σπουδών των παιδιών τους στο μέλλον ή οι περιπτώσεις όσων ζουν μόνοι τους που διαθέτουν ένα μεσαίου επιπέδου εισόδημα και καταναλωτικά είναι εγκρατείς. Για ποιον λόγο όλοι αυτοί θα πρέπει να πληρώσουν μεγαλύτερο φόρο εισοδήματος από αυτόν που ήδη πληρώνουν και ο οποίος, καθ’ ομολογίαν της σημερινής κυβέρνησης, είναι ήδη βαρύς ελέω υπερφορολόγησης από την προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ;

Και ενώ θα συμβαίνουν όλα αυτά, το μέτρο του 30% δεν θα αγγίζει όσους ως τώρα φοροδιέφευγαν. Με τον ίδιο τρόπο που μέχρι σήμερα δήλωναν χαμηλότερα από τα πραγματικά τους εισοδήματα στην Εφορία, θα εξακολουθήσουν να το κάνουν και στο μέλλον για να αποφύγουν τον έξτρα φόρο με το όριο του 30%. Οσο λιγότερα θα δηλώνουν στην Εφορία τόσο θα περιορίζονται οι ηλεκτρονικές συναλλαγές που θα πρέπει να εμφανίσουν για να γλιτώσουν την ποινή του φόρου.

Το αποτέλεσμα θα είναι μηδέν εις το πηλίκον για τη φοροδιαφυγή, ενώ θα έχει διαρραγεί η σχέση ειλικρίνειας με μια μεγάλη κατηγορία συνεπών φορολογουμένων και η κυβέρνηση θα έχει παραβιάσει τη δέσμευσή της ότι δεν θα επιβάλει νέα φορολογικά βάρη στη μεσαία τάξη και σε όσους υπερφορολογήθηκαν τα τελευταία χρόνια.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο