Η Τουρκία κατάφερε να ικανοποιήσει μέρος των επιδιώξεών της στο Συριακό. Πιο συγκεκριμένα, απώθησε τις κουρδικές πολιτοφυλακές από τη συροτουρκική μεθόριο, δημιούργησε την πολυπόθητη ζώνη ασφαλείας σε μια ακτίνα μήκους 117 χλμ. και βάθους 32 χλμ. και φαίνεται να αποτρέπει τη μετεξέλιξη των Κούρδων της Συρίας σε οιονεί κρατική οντότητα, κάτι άλλωστε που ούτε το καθεστώς Ασαντ επιθυμούσε.

Μάλιστα, ενώ μετά την αποτυχία ανατροπής του σύρου προέδρου η Αγκυρα βρέθηκε στο περιθώριο των εξελίξεων, πέτυχε τα τελευταία χρόνια, μέσω της σύγκλισης με Μόσχα και Τεχεράνη, να αποκτήσει ρόλο στις εξελίξεις, έστω και από θέση σχετικής αδυναμίας.

Των συμφωνιών με Ρωσία και ΗΠΑ είχε προηγηθεί η τουρκική επιχείρηση «Πηγή Ειρήνης», η οποία θορύβησε τους υπόλοιπους δρώντες, που είτε υπό την πίεση της κοινής γνώμης ή θεσμικών οργάνων (βλ. Κογκρέσο), είτε υπό τον φόβο δημιουργίας τετελεσμένων από μεριάς Αγκυρας, υποχρεώθηκαν σε άμεση παρέμβαση ώστε να διακοπούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Ετσι, ο Ερντογάν, με το μικρότερο δυνατό στρατιωτικό κόστος, πέτυχε την κύρια επιδίωξή του, που ήταν η εγκαθίδρυσή του στα βορειοανατολικά του Ευφράτη με ταυτόχρονο αφοπλισμό των κούρδων μαχητών και την εκδίωξή τους από την περιοχή, έστω κι αν δεν υλοποιήθηκε ο μαξιμαλισμός της δημιουργίας ζώνης ασφαλείας μήκους 444 χλμ. (κάτι που προφανώς χρησιμοποιήθηκε ως διαπραγματευτικό ατού).

Εχοντας υπόψη ότι ο τούρκος πρόεδρος κινήθηκε με αποφασιστικότητα, με το βλέμμα του στραμμένο όχι μόνο στη Συρία αλλά και στο εσωτερικό, ειδικότερα ως προς το τελευταίο μπορούμε να πούμε ότι κατόρθωσε να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και να εγκλωβίσει την αντιπολίτευση στην ατζέντα του. Με τον κόσμο να συσπειρώνεται γύρω του (rally ’round the flag effect), ανέστειλε τη δυναμική των αντιδράσεων σε βάρος του, αποπροσανατόλισε προσωρινά την κοινή γνώμη από τα πραγματικά της προβλήματα (βλ. οικονομία, ανατιμήσεις προϊόντων) και επαναβεβαίωσε ότι ο ίδιος είναι ο ηγέτης που επεκτείνει την εδαφική και διπλωματική επιρροή της χώρας του.

Με την εκ νέου δαιμονοποίηση του κουρδικού στοιχείου, στόχος είναι να «σπάσει» το μέτωπο της αντιπολίτευσης, που εκτός των κεμαλιστών και της Ακσενέρ περιελάμβανε και το φιλοκουρδικό κόμμα, γνωρίζοντας ότι χωρίς τη σύμπραξη και των τριών η εγχώρια αμφισβήτηση δεν μπορεί να αποκτήσει πρακτικό νόημα. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και για τον Μπαμπατζάν και άλλους πρώην συντρόφους του Ερντογάν.

Μάλιστα, με την ενεργοποίηση των εθνικιστικών αντανακλαστικών, ο τελευταίος επιχειρεί τόσο να προσεταιριστεί το συγκεκριμένο κομμάτι της κοινωνίας (το επιτυγχάνει άλλωστε, μέσω της σύμπραξης με τον Μπαχτσελί), όσο και, κυρίως, να κατασκευάσει μια νέα εθνική ιδεολογία που δεν θα βασίζεται στον κοσμικό αλλά στον ισλαμικό εθνικισμό.

Το πλέον ανησυχητικό είναι πως τροφοδοτεί την κοινωνία με μισαλλόδοξες και φοβικές αντιλήψεις για τον «ξένο» παράγοντα, καλλιεργώντας εθνικούς μύθους για το μεγαλείο του τουρκικού έθνους και την υπεροχή του Ισλάμ. Δηλητηριάζοντας τη νέα γενιά καλλιεργεί σε αυτήν το αίσθημα της μοναδικότητας αλλά και της έντονης καχυποψίας απέναντι στις προθέσεις ειδικότερα της Δύσης, γεγονός που αποτυπώνεται και στις περισσότερες μετρήσεις, με την εχθρότητα σε βάρος των ΗΠΑ και (λιγότερο) της ΕΕ να είναι αξιοσημείωτη.

 

Γράψτε το σχόλιο σας