Τα Σεπόλια δεν είναι μια εύκολη περιοχή. Συνοικία του 3ου – 4ου Διαμερίσματος, κέντρο – απόκεντρο Αθηνών, χώρος – πέρασμα για την Εθνική ή για την Ομόνοια, με δύο ιστορικούς συλλόγους (Τρίτωνας και Αφοβος), με μπόλικη αντιπαροχή, κοινότητα Μυκονιατών από παλιά (εδώ κάποτε το ιστορικό καφενείο του Στρίμα), φτωχές οικογένειες, μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, λίγο πράσινο και για μία δεκαετία χτυπημένη περιοχή από τα ναρκωτικά και την εγκατάλειψη, το περασμένο Σάββατο ντύθηκε με τα καλά της.

Η επιστροφή ενός δικού της παιδιού σε μια γιορτή – φιέστα στο ιστορικό γηπεδάκι του Τρίτωνα ήταν η αιτία να ζήσει σε πρωτόγνωρους ρυθμούς και επίσης για πρώτη φορά να δει τόσα ΜΜΕ μαζεμένα για καλό σκοπό. Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο – και η οικογένειά του -, κορυφαίος πια στο ΝΒΑ, επέστρεψε έστω και για λίγες ώρες εδώ, μέσα σε αποθέωση από παιδιά που φορούσαν τη φανέλα με το όνομά του. Η μνήμη επιστρέφει με λαστιχένια πέδιλα, όπως θα έλεγε και ο Βασίλης Βασιλικός, οι στιγμές θύμιζαν την άνοιξη του μπάσκετ που πυροδότησε ένας άλλος Ελληνας, πριν από τριάντα και… χρόνια, ο Νίκος Γκάλης.

Τότε, εξαιτίας του, μια μπασκέτα στήθηκε σε κάθε αλάνα. Τώρα, το μπάσκετ, αφομοιωμένο από τον κόσμο – έχουν μεσολαβήσει πολλές συλλογικές επιτυχίες από το 1987 -, δεν είναι πια ένα άγνωστο άθλημα. Η περίπτωση του Γιάννη όμως πυροδοτεί κάτι καινούργιο: πως το success story είναι σε πολλές περιπτώσεις υπόθεση ατομικής επίδοσης, όσο κι αν θέλουν κάποιοι σήμερα να αξιοποιήσουν τον άθλο του κορυφαίου μπασκετμπολίστα. Πολύ περισσότερο το γεγονός πως ο Αντετοκούνμπο δεν ξεχνάει την ταξική του καταγωγή και τη μικρή του γειτονιά, είναι ένα επιπλέον μάθημα για όσα παιδιά κάνουν τώρα την αρχή, εμπνεόμενα από εκείνον.

Τα Σεπόλια, το προηγούμενο Σάββατο, συγκινημένα τον υποδέχθηκαν. Ακόμη κι εκείνοι οι γείτονες που κάποτε τον έβλεπαν με αδιαφορία ή τον κυνηγούσαν μαζί με τα αδέλφια του ως ξένο και «έγχρωμο». Η υπόκλιση όμως από τη μεριά μου δεν πάει στη γειτονιά του. Πάει αποκλειστικά στον ίδιο. Και εκείνος σοφά αποφάσισε και ανακοίνωσε Ακαδημία Μπάσκετ γνωρίζοντας όλες τις δυσκολίες που συνάντησε στα πρώτα του βήματα, το είπε εξάλλου κι ο ίδιος αποκαλύπτοντας πως φοβόταν ακόμη και την απέλαση όποτε έβγαινε από το σπιτάκι του.

Η υπόκλιση δεν πάει επίσης σε θεσμούς και Αρχές που είχαν ξεχασμένο τον Τρίτωνα (μόνο κάποτε ο Βασίλης Κικίλιας ασχολήθηκε, για να είμαστε δίκαιοι, ή παλιότερα ο Κώστας Σκανδαλίδης και ο Μπέης), τα Σεπόλια, την περιοχή αυτή της Α’ Αθήνας που δεν έχει χώρους και δεν είναι φιλική στον «χρήστη». Καθόλου τυχαία, την ίδια ώρα που ο Γιάννης αποθεωνόταν από τον κόσμο, τα προεκλογικά περίπτερα στην πλατεία του Αγίου Μελετίου, μια ανάσα από το γηπεδάκι, ήταν ερημωμένα και άδεια.

Ο κόσμος παρηγορητικά ήθελε μια φωτογραφία του Γιάννη, τον ακούμπαγε ή τον χαιρετούσε – είμαι βέβαιος πως αν γινόταν άτυπο γκάλοπ, κανένας πολιτικός δεν θα τον έφτανε σε δημοφιλία.

Η παράμετρος αυτή, εξόχως ενδιαφέρουσα, αναδεικνύει όχι μόνο πως οι νίκες και οι θρίαμβοι αποτελούν συχνά ή και πάντα αποτέλεσμα ατομικών άθλων και περιπετειών, μα και πως δεν έχει μείνει καμία εμπιστοσύνη στη συλλογική λειτουργία, καμία πίστη στο συλλογικό.

Η εικόνα του Γιάννη να εισέρχεται αποθεωμένος στην παλιά του γειτονιά είναι ταυτόχρονα μια πικρή εικόνα για όσα δεν έκανε κανένα κράτος και καμία κυβέρνηση μεταπολιτευτικά για τον πρώτο βαθμό αθλητισμού, για τα κύτταρα των αθηναϊκών συνοικιών. Και άρα για όσα δεν έχει κανείς δικαίωμα να εκταμιεύσει σήμερα στην πλάτη ενός λαμπρού αθλητή.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο