«Ηθελα να μιλήσω πρώτα με τον Ολυμπιακό, δεν θα έβαζα άλλον σύλλογο πάνω από τον Ολυμπιακό. Η καρδιά μου έλεγε να παραμείνω εδώ, με αγαπάνε και τους αγαπάω. Νιώθω υπέροχα και είμαι πολύ χαρούμενος. Εχω πολύ καλή σχέση με τον Βαγγέλη Μαρινάκη που με έφερε στην ομάδα. Οταν με κάλεσε να μιλήσουμε, όλα έγιναν πιο εύκολα. Θα μπορούσα να είχα φύγει και φέτος και άλλες χρονιές αλλά δεν το έκανα ποτέ. Νιώθω καλά, έχω πάρα πολύ καλή ψυχολογία εδώ, με αγαπάει ο κόσμος, βλέπω την αγάπη στο γήπεδο, ήμουν από μικρός οπαδός αυτής της ομάδα και νιώθω ένα δέσιμο. Παίζω για τη φανέλα», είπε ο Κώστας Φορτούνης μετά την ανανέωση του συμβολαίου του με τον Ολυμπιακό. Παίζουν οι τωρινοί σούπερ επαγγελματίες παίκτες για τη φανέλα; Πουλάει οπαδιλίκι ο Φορτούνης; Η μήπως είναι κι αυτές οι δηλώσεις μέρος της ανανέωσης του συμβολαίου του;

 

Λίγο

Ας αρχίσουμε από το τελευταίο: όποιος θεωρεί ότι ο Φορτούνης προσπαθεί να χτίσει προφίλ οπαδού του Ολυμπιακού ή ότι θέλησε μετά την υπογραφή του συμβολαίου του να χαϊδέψει τα αυτιά των οπαδών της ομάδας δηλώνοντας «ένας από αυτούς» δεν ξέρει ποιος είναι ο Φορτούνης! Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα που να έχει κάνει το συγκεκριμένο παιδί που να είναι αποτέλεσμα στρατηγικής – που να βασίζεται δηλαδή σε κάποιο σχέδιο. Ο Φορτούνης δεν γελάει συχνά. Μοιάζει (και μάλλον είναι) εσωστρεφής και κλειστός χαρακτήρας. Αλλά ακριβώς για αυτόν τον λόγο κάθε του πράξη και κάθε του δήλωση είναι αυθόρμητη: ας μην μπερδεύουμε τον αυθορμητισμό με την ποσότητα των λέξεων. Ο Φορτούνης μιλάει λίγο – γιατί έτσι είναι η φύση του. Αλλά δεν προβάρει τίποτα στον καθρέφτη.

 

Οπαδοί

Θα φέρω ένα παράδειγμα: στο περσινό ματς εναντίον της ΑΕΚ ο Φορτούνης είχε πετύχει το ωραιότερο γκολ του πρωταθλήματος. Μέσα στη χαρά του φώναξε κάτι στην εξέδρα της ΑΕΚ που τον αποδοκίμαζε – μια από αυτές τις κουταμάρες που οι παίκτες λένε όταν θέλουν να τονίσουν τον ανδρισμό τους. Ηταν ίσως η πρώτη φορά που το έκανε και η αντίδρασή του αυτή κάποιους οπαδούς του Ολυμπιακού (τους πιο θερμόαιμους…) τους ενθουσίασε. Ενας υπολογιστής που χαϊδεύει τα αυτιά των οπαδών θα δήλωνε περήφανος ότι δεν μετανιώνει για τίποτα, ότι έκλεισε στόματα κ.λπ. κ.λπ.

Ο Φορτούνης ζήτησε συγγνώμη, δέχτηκε την τιμωρία του και τόνισε πως αυτό δεν θα ξανασυμβεί. Κάποιοι παίκτες (κι όχι μόνο στο ποδόσφαιρο…) πιέζονται για να δείξουν ένα είδος οπαδικής συμπεριφοράς, που εκλαμβάνεται όχι μόνο ως επίδειξη ανδρισμού, αλλά και ως ένα είδος έκφρασης αγάπης για την ομάδα. Πρόκειται για μια συμπεριφορά που στον καιρό μας υποτίθεται πως «πουλάει» στον οπαδό και συγχρόνως μαρτυρά και το πάθος του παίκτη για τη νίκη, ίσως και τις ηγετικές του ικανότητες: για τον Φορτούνη όλα αυτά είναι κουραφέξαλα και με τη στάση του τότε το απέδειξε. Θα έβγαινε τώρα να υπενθυμίσει ότι αγαπάει την ομάδα του και νιώθει οπαδός της ακολουθώντας τις συμβουλές κάποιου μάνατζερ π.χ. ή κάποιου παράγοντα που του το ζήτησε; Μου μοιάζει απίθανο.

 

Δήλωση

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η άλλη του δήλωση: το περίφημο «παίζω για τη φανέλα». Εχοντας αποκτήσει συνείδηση ποδοσφαιρόφιλου τον καιρό που το ελληνικό μας ποδόσφαιρο μπήκε στη φάση του επαγγελματισμού, ομολογώ ότι μεγάλωσα με τη φράση που ο Φορτούνης χρησιμοποίησε να με στοιχειώνει. Για την ακρίβεια του πράγματος η φράση που άκουγα είναι ότι «οι παλιοί παίζανε για τη φανέλα». Καθώς τα χρόνια περνούσαν (και οι αμοιβές των ποδοσφαιριστών μεγάλωναν) το «οι παλιοί παίζανε για τη φανέλα» αποκτούσε κάθε φορά μια περίεργη επικαιροποίηση: τη δεκαετία του ’80, οι παλιοί που παίζανε για τη φανέλα ήταν οι ήρωες του ’60, τη δεκαετία του 2000 οι παλιοί που παίζανε για τη φανέλα ήταν οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές του ’80 που ήταν σκλάβοι των νεοσύστατων ΠΑΕ (καθώς υπέγραφαν συμβόλαια με οκταετή διάρκεια) και ήταν και ελάχιστα αμειβόμενοι – όντως τα χρήματα που έπαιρναν ήταν μάλλον κατώτερα της αξίας τους. Ομως η δικαιολογημένη γκρίνια τους, μου δημιουργούσε συχνά και μια αμφιβολία για το κατά πόσο παίζανε για τη φανέλα.

Κάποιες φορές το έκαναν σίγουρα – γιατί με την ομάδα δένονταν και η αποθέωση της εξέδρας ήταν η ζωή τους. Αλλά και πολλές φορές, από πίκρα για την άδικη αντιμετώπιση ή από δυσφορία για την αίσθηση της αδικίας που τους προκαλούσε το αντικειμενικά χαμηλό συμβόλαιο, δεν έπαιζαν ούτε για τη φανέλα, ούτε για τίποτα! Κι αυτός είναι ο λόγος που πραγματικά ταλαντούχοι παίκτες δεν είχαν με την Εθνική ομάδα τις επιτυχίες που είχαν οι διεθνείς του Οτο Ρεχάγκελ και του Φερνάντο Σάντος και δεν βρήκαν παρά τις ικανότητές τους και συμβόλαια στο εξωτερικό.

 

Βάρος

Οποιος ειρωνεύεται τον Φορτούνη, όταν αυτός λέει ότι παίζει για τη φανέλα, τονίζοντας ότι αυτό ο Φορτούνης το λέει μετά την υπογραφή ενός συμβολαίου 6 εκατομμυρίων ευρώ, θα πρέπει να σκεφτεί κάτι απλό: ότι είναι ακριβώς αυτά τα χρήματα που κάνουν τη δήλωση του αληθοφανή. Ο Φορτούνης δηλώνει ότι θα υπερασπιστεί εντός των γηπέδων μια συμφωνία καταπληκτική, δείχνοντας εμπράκτως την αγάπη του για την ομάδα που τον κάνει πάμπλουτο.

Πώς θα τη δείξει αυτή την αγάπη; Εχει μόνο ένα τρόπο: τιμώντας τη φανέλα της ομάδας, παίζοντας δηλαδή για αυτή. Η διαφορά του από τους παλιούς είναι τεράστια: εκείνοι δεν μπορούσαν να φύγουν, αυτός θα μπορούσε. Εκείνοι ήταν υποχρεωμένοι να παίζουν στις ομάδες τους, αυτός όχι. Οι πολλοί παλιοί δεν ρίσκαραν και τίποτα – ο Φορτούνης και οι τωρινοί παίκτες ρισκάρουν του κόσμου τα χρήματα. Η φανέλα τους έχει άλλο βάρος: τεράστιο.

 

Ανάγκη

Αντιστρέφοντας τη λογική με την οποία μας μεγάλωσαν λέω ότι οι τωρινοί παίκτες παίζουν πραγματικά για τη φανέλα της ομάδας, γιατί η φανέλα αυτή τους κάνεις πλούσιους, τους εξασφαλίζει δηλαδή ό,τι έχουν ανάγκη για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, ακριβώς επειδή τα χρήματα που αξίζουν μπορεί να τα βρουν (πάνω κάτω και αλλού…), η επιλογή της φανέλας είναι κάτι πολύ σημαντικό: ο παίκτης δένεται μαζί της γιατί το θέλει – στην προκειμένη περίπτωση ο Ολυμπιακός δεν είναι η μοναδική ομάδα που θα μπορούσε να πληρώσει τον Φορτούνη: ίσως είναι η μοναδική ελληνική αλλά υπάρχουν κι άλλες. Ο Φορτούνης διάλεξε πραγματικά να παίξει για τη φανέλα του Ολυμπιακού αναλαμβάνοντας τη δημόσια δέσμευση να την τιμήσει. Θα έχει ενδιαφέρον προσεχώς να δούμε το πώς…