Εάν κάτι δείχνει να αποτελεί ένα μόνιμο μοτίβο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής είναι η προσπάθεια να δημιουργηθούν τετελεσμένα τέτοια που να εξασφαλίζουν ότι η Τουρκία δεν βρίσκεται υπό απειλή ή ότι στερείται πόρους και πλουτοπαραγωγικές πηγές τις οποίες παραδοσιακά δικές της.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει τόσο τις κινήσεις που έχει κάνει στη Συρία, με πιο χαρακτηριστική την επιλογή να έχει άμεση στρατιωτική παρουσία στο συριακό έδαφος με σκοπό να εξασφαλίσει ότι δεν διαμορφώνεται μια οιονεί κουρδική κρατική οντότητα στα σύνορά της (παράλληλα με τη συνεχιζόμενη καταστολή εναντίον των πολιτικών εκφράσεων των Κούρδων στο εσωτερικό της Τουρκίας), όσο όμως και με τις επιλογές της στη Νοτιοανατολικό Μεσόγειο και το ζήτημα των εξορύξεων.

Ειδικά το θέμα των μεγάλων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και κυρίως φυσικού αερίου που υπάρχουν στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο είναι ιδιαίτερα κομβικό. Η Τουρκία είναι ιδιαίτερα εξαρτημένη από τις εισαγωγές καυσίμων και σίγουρα η δυνατότητα να καλύπτει μεγάλο μέρος των αναγκών της με δικές της εξορύξεις θα ήταν μια μεγάλη οικονομική ενίσχυση. Ταυτόχρονα, κάτι τέτοιο θα σηματοδοτούσε και μια σημαντική «προβολή ισχύος» από τη μεριά της Τουρκίας.

Αντίθετα, το να ξεκινήσουν εξορύξεις και ουσιαστικά η Τουρκία να μην μπορέσει να εκμεταλλευτεί αυτή τη μεγάλη δυνατότητα, στα μάτια της τουρκικής κυβέρνησης φαντάζει υποχώρηση και ανεπίτρεπτη εκδήλωση αδυναμίας.

Ας μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία παρατηρεί με σχετική ανησυχία και άλλες εξελίξεις στην περιοχή όπως είναι η προσπάθεια σύμπηξης μιας συμμαχίας ανάμεσα στην Ελλάδα, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, καθώς δημιουργεί το φόβο ότι διαμορφώνεται ένας ιδιότυπος «αντιτουρκικός άξονας». Με ανησυχία παρατηρεί επίσης την αναβαθμισμένη αμυντική συνεργασία των ΗΠΑ με την Ελλάδα, που οριακά θα μπορούσε να παραπέμπει και σε δυνάμει αλλαγή ιεραρχήσεων της αμερικανικής πλευράς, σε μια περίοδο όπου ούτως ή άλλως οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις έχουν επιδεινωθεί και υπάρχει έντονη καχυποψία από την τουρκική πλευρά και για τη κατάσταση στη Συρία και για το εάν οι ΗΠΑ είχαν κάποια ανάμειξη στο πραξικόπημα του 2016.

Στο φόντο αυτό είναι που μπορούμε να δούμε την επιλογή να προχωρήσει όχι απλώς σε σεισμογραφικές έρευνες εντός των ορίων της Κυπριακής ΑΟΖ αλλά και σε γεώτρηση σε μια ευθεία αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Το πολεμικό κλίμα

Ο Ερντογάν δείχνει σα να θέλει να προετοιμάσει για ένα θερμό, πολεμικό καλοκαίρι. «Eσείς θα σταματήσετε τις αυξανόμενες προσπάθειες παραβίασης των δικαιωμάτων μας στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο”, είπε ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, χθες το βράδυ, σε ομιλία του στους φοιτητές της αντίστοιχης τουρκικής Σχολής Ευελπίδων.

Είπε ακόμη ότι “ήσασταν εσείς και πάλι που σώσατε τους αδελφούς μας που υπέφεραν από την τυραννία των δολοφονικών συμμοριών στην Κύπρο».

«Εσείς θα αντιμετωπίσετε σαν ατσάλι κάθε απειλή σε κάθε σπιθαμή των συνόρων μας αλλά και πέρα από τα σύνορά μας διότι εσείς είστε ο εκπρόσωπος του λαού μας, η ατσάλινη γροθιά του, η σκληρή καρδιά του, το βλέμμα του που τρυπάει το σκοτάδι και που αγκαλιάζει το μέλλον»

 

Το δίκαιο της θάλασσας και οι τουρκικές απαιτήσεις

Η Τουρκία στηρίζεται στη δική της ερμηνεία του Δικαίου της Θάλασσας, σύμφωνα με την οποία τα νησιά δεν έχουν δική τους αυτοτελή υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Σε αυτή τη βάση είναι που θεωρεί ότι η ΑΟΖ πρέπει να χαραχθούν με βάση τις ακτογραμμές των χερσαίων χωρών. Το αποτέλεσμα είναι οι γνωστοί χάρτες που συνοδεύουν συχνά τις διακηρύξεις περί της «γαλάζιας πατρίδας».

Όμως, το διεθνές δίκαιο είναι σαφές επ’ αυτού και γι’ αυτό η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών δεν αποδέχεται τον τουρκικό ορισμό της ΑΟΖ.

Αυτό στηρίζεται και σε μια άλλη κρίσιμη παράμετρο. Ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη έχουν και τεράστιες ΑΟΖ ακριβώς επειδή έχουν κηρύξει ΑΟΖ στις υπερπόντιες νησιωτικές περιοχές τους. Έτσι για παράδειγμα οι ΗΠΑ έχουν 11.351.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα ΑΟΖ και η Γαλλία 10.165.830.

Είναι προφανές ότι με τόσο μεγάλες κηρυγμένες ΑΟΖ, που περιλαμβάνουν τεράστιες νησιωτικές ΑΟΖ, ούτε οι ΗΠΑ ούτε ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία μπορούν να δεχτούν τους τουρκικούς ισχυρισμούς ότι τα νησιά δεν διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.

Επιπλέον, η διαδικασία κήρυξης της κυπριακής ΑΟΖ έγινε από την Κυπριακή Δημοκρατία, που παραμένει ο νόμιμος εκπρόσωπος του συνόλου του διαιρεμένου νησιού και γι’ αυτό το λόγο και δεν είναι εύκολο να γίνει δεκτή η αμφισβήτηση αυτής της απόφασης, ακριβώς γιατί  θα έθετε συνολικά σε αμφισβήτηση ένα καθεστώς πάνω στο οποίο  οι υπόλοιπες χώρες έχουν επενδύσει.

 

Η παράλληλη τουρκική αμφισβήτηση στο όνομα των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων

Εάν κανείς προσέξει τις τουρκικές δηλώσεις σε σχέση με τις εξορύξεις στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο θα παρατηρήσει ότι συνδυάζουν πάντοτε την επίκληση δύο λόγων. Από τη μια των δικαιωμάτων της Τουρκίας από την άλλη των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων εφόσον είναι εγγυήτρια δύναμη στην Κύπρο.

Όμως, τα δύο αυτά επίπεδα δεν ταυτίζονται. Για την ακρίβεια για να τίθεται θέμα δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων ως προς τα οφέλη από την εκμετάλλευση της Κυπριακής ΑΟΖ, θα πρέπει θα γίνει αποδεκτό ότι αυτή υπάρχει νομίμως, πράγμα που όμως η Τουρκία ευρύτερα αμφισβητεί.

Είναι προφανές ότι η Τουρκία δοκιμάζει να βάλει στο τραπέζι τόσο την πρώτη γραμμή αμφισβήτησης όσο και τη δεύτερη. Η πρώτη αφορά τη γενική αμφισβήτηση της Κυπριακής ΑΟΖ και δεύτερη τη διεκδίκηση να μην στερηθούν των ωφελημάτων από τις εξορύξεις οι τουρκοκύπριοι.

Χαρακτηριστική επ’ αυτού η δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου: «παρά τις εποικοδομητικές προσεγγίσεις η Ε/Κ πλευρά δεν θέλει να μοιραστεί με τον “Τ/Κ λαό” τα αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου στην περιοχή […] Καθήκον μας ως εγγυήτρια δύναμη Τουρκία είναι να προστατεύσουμε τα δικαιώματα της “ΤΔΒΚ” και του “T/K λαού”. Αυτή είναι η δική μας υποχρέωση και χωρίς κανένα δισταγμό θα συνεχίσουμε να κάνουμε κάθε βήμα σε αυτό το θέμα. Και όπου θέλουμε εντός της υφαλοκρηπίδας μας εμείς και σεισμικές έρευνες θα κάνουμε, και εργασίες γεώτρησης θα κάνουμε. Επομένως και σε αυτό το θέμα με τον ίδιο τρόπο θα είμαστε αποφασιστικοί. Θα συνεχίσουμε να κάνουμε τα απαραίτητα βήματα το επόμενο διάστημα».

Είναι σαφές ότι η δεύτερη αμφισβήτηση αγγίζει περισσότερο πραγματικά ζητήματα του διεθνούς δικαίου. Βέβαια, για να τεθούν αυτά θα πρέπει να φτάσουμε πρώτα στο στάδιο της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων, ώστε να κριθεί ότι εάν ωφελούνται και οι δύο κοινότητες.

Πάντως σε αυτή τη βάση τόσο η δέσμευση της κυπριακής κυβέρνησης ότι τα οφέλη θα πάνω σε ένα ειδικό κρατικό ταμείο που στη συνέχεια θα ενισχύει όλους τους κατοίκους της Κύπρο απαντάει σε αυτό όπως και οι διάφορες δηλώσεις ότι οι εξορύξεις μπορούν να αποτελέσουν λόγο για να επιταχυνθούν οι ειρηνευτικές συνομιλίες και να βρεθεί λύση.

ΗΠΑ και ΕΕ αντιδρούν

Σε αυτό το φόντο δεν ήταν τυχαίο ότι τόσο οι ΗΠΑ όσο και η ΕΕ αντέδρασαν έντονα στην τουρκική κίνηση. «Οι ΗΠΑ ανησυχούν βαθιά για τις εξαγγελθείσες προθέσεις της Τουρκίας σχετικά με την έναρξη υπεράκτιων γεωτρήσεων σε μια περιοχή την οποία έχει οροθετήσει η Κυπριακή Δημοκρατία ως την Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη. Αυτό το βήμα είναι πολύ προκλητικό και εγείρει τον κίνδυνο να αυξηθεί η ένταση στην περιοχή. Καλούμε τις τουρκικές αρχές να σταματήσουν αυτές τις δραστηριότητες και ενθαρρύνουμε όλα τα μέρη να ενεργήσουν με αυτοσυγκράτηση», δήλωσε η εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Μόργκαν Ορτέιγκους.

Αντίστοιχα, η Φρεντερίκα Μοργκερίνι , ύπατη εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα εξωτερικής πολιτικής δήλωσε ότι «εκφράζουμε τις έντονες ανησυχίες μας για την πρόθεση της Τουρκίας να προχωρήσει σε γεωτρήσεις στην αποκλειστική οικονομική ζώνη της Κύπρου. Τον Μάρτιο του 2018 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καταδίκασε έντονα τις παράνομες δραστηριότητες της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτό πλαίσιο, καλούμε επειγόντως την Τουρκία να επιδείξει αυτοσυγκράτηση, να σεβαστεί τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου στην ΑΟΖ της και να απέχει από οποιαδήποτε ανάλογη παράνομη ενέργεια», διαμηνύοντας παράλληλα ότι «θα απαντήσει κατάλληλα και στο πλαίσιο πλήρους αλληλεγγύης προς την Κύπρο».

Αντίστοιχα, και η γαλλική κυβέρνηση αντέδρασε δηλώνοντας ότι «η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να βασίζεται στην αλληλεγγύη και στη στήριξη της Γαλλίας και της ΕΕ», σε μια κίνηση που δεν αποτυπώνει μόνο μια γενική θέση αλλά και την ειδικότερη ενόχληση της Γαλλίας, μια που η γαλλική Total έχει ήδη συμβόλαια με την κυπριακή κυβέρνηση.

Προφανώς ειδικά η αμερικανική αντίδραση (αλλά ως ένα βαθμό και η ευρωπαϊκή) υποκρύπτουν και τα ευρύτερα προβλήματα στις σχέσεις με την Τουρκία. Ας μην ξεχνάμε ότι οι ΗΠΑ ούτως ή άλλως ασκούν πιέσεις στην Τουρκία το τελευταίο διάστημα επιδιώκοντας να αποσπάσουν μια δέσμευση μεγαλύτερης συμπόρευσης με αυτές και μικρότερου συντονισμού με τη ρωσική πολιτική, πίεση που εκφράστηκε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στην υπόθεση των S-400.

 

Η Τουρκία ετοιμάζεται να στείλει και δεύτερο γεωτρύπανο

Ενδεικτική της διάθεσης της Τουρκίας να κλιμακώσει την αντιπαράθεση και η δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου ότι η Τουρκία ετοιμάζεται να στείλει και δεύτερο γεωτρύπανο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Μάλιστα, ο Τούρκος ΥΠΕΞ αντιμετώπισε απαξιωτικά και τις ανακοινώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι οι κινήσεις του «Πορθητή» παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και γι’ αυτό το λόγο θα εκδοθούν διεθνή εντάλματα σύλληψης για το προσωπικό του σκάφους. «Εμείς αυτού του είδους τις απειλές δεν τις λαμβάνουμε σοβαρά. Ας κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους. Εμείς ποτέ δεν αποδώσαμε αξία σε τέτοιου είδους μπλόφες ή και ρητορικές. Εμείς κάνουμε αυτό που πρέπει. Το επόμενο διάστημα θα στείλουμε και το άλλο μας γεωτρύπανο στην περιοχή  και θα ξεκινήσουμε γεωτρήσεις. Πλέον, η περίοδος των σεισμικών ερευνών τελείωσε. Στέλνουμε και το δεύτερο μας γεωτρύπανο στην περιοχή», δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. Τσαβούσογλου.

 

Η Τουρκία επιμένει – η λογική του τετελεσμένου πριν από τη διαπραγμάτευση

Γιατί, όμως, η Τουρκία επιμένει παρότι γνωρίζει ότι στη συγκεκριμένη κίνησή της θα συναντούσε την αντίδραση τόσο των ΗΠΑ όσο και της ΕΕ;

Η απάντηση βρίσκεται σε δύο παραμέτρους. Η μία αφορά το γενικότερο πλαίσιο και την ανάγκη της Τουρκίας να δείξει ότι μπορεί να επιβάλει τις δικές επιλογές στην περιοχή και ότι δεν είναι μια δύναμη που απλώς παρακολουθεί πιεσμένη της εξελίξεις.

Η άλλη είναι ότι η Τουρκία δείχνει να πιστεύει ότι μια διαπραγμάτευση απαιτεί πρώτα από όλα τετελεσμένα που να διαμορφώνουν ευνοϊκούς όρους για τη διαπραγμάτευση. Για την ακρίβεια, δείχνει να πιστεύει ότι διαμορφώνοντας τετελεσμένα θα μπορέσει να οδηγήσει τα πράγματα σε μια συνολική διαπραγμάτευση όπου θα μπορέσει να διεκδικήσει τις δικές της απαιτήσεις.  Δεν είναι τυχαίο ότι η ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ που απαντάει στην ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπαρτμεντ υποστηρίζει ότι εξακολουθεί να μην υπάρχει μια συμφωνία ανάμεσα σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη στην περιοχή για τον καθορισμό των ΑΟΖ και ότι δεν πρέπει «τρίτα μέρη» να συμπεριφέρονται ως διεθνή δικαστήρια, σε μια προφανή επικριτική αναφορά στη στάση των ΗΠΑ.

 

Το ρίσκο της Τουρκίας

Ωστόσο, η κίνηση της Τουρκίας δεν παύει να είναι μια κίνηση σχετικού ρίσκου. Ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι δεν είναι καν δεδομένο ότι θα αποδώσουν κάτι αυτές οι γεωτρήσεις (οι έρευνες για εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα δεν είναι ποτέ υπόθεση μίας δοκιμαστικής γεώτρησης), ότι υπάρχει ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου και βέβαια ότι λόγω του γενικότερου πλαισίου πολύ δύσκολα ο διεθνής παράγοντας θα μετατοπιστεί προς την αποδοχή των τουρκικών θέσεων.

Αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία μπορεί να δείξει ότι έχει τη δυνατότητα για «προβολές ισχύος», όμως δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι αυτό θα μεταφραστεί και πραγματική αλλαγή συσχετισμών.

Ιδίως όταν το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η Τουρκία είναι αντιφατικό, από τη συνεχή διαπραγμάτευση για τα όρια της ζώνης ασφαλείας που θα έχει εντός του συριακού εδάφους, στη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ ως προς του S-400, μέχρι τα σοβαρά και ανοιχτά προβλήματα με την τουρκική οικονομία.