Είναι γεγονός ότι η τριμερής συνάντηση ανάμεσα σε Ισραήλ, Ελλάδα και Κύπρο, με την επικύρωση που δέχτηκε από την αμερικανική πλευρά μέσω της παρουσίας Πομπέο, αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη για το ενεργειακό και για το γεωπολιτικό τοπίο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Ωστόσο, πρέπει να τη δούμε στις πραγματικές της διαστάσεις.

Καταρχάς, η συνάντηση αυτή εντάσσεται σε μια προσπάθεια του Ισραήλ, εδώ και αρκετά χρόνια, να προσεταιριστεί χώρες της περιοχής που διατηρούσαν παραδοσιακά καλές σχέσεις και με τα αραβικά κράτη και με τους Παλαιστινίους και να διαμορφώσει ένα διαφορετικό πολιτικό συσχετισμό.

Αυτό σχετίζεται με την προσπάθεια του Ισραήλ να αποφύγει τόσο οποιαδήποτε εξωτερική απειλή, που στο σημερινό τοπίο κυρίως αφορά το Ιράν, μια που ακόμη ειρήνευση στη Συρία δεν υπάρχει, αλλά και να μην αντιμετωπίζει σημαντική διεθνή πίεση για το ότι εξακολουθεί (και σε πλευρές κλιμακώνει) την επιθετική πολιτική εποικισμού στη Δυτική Όχθη και τον αποκλεισμό στη Γάζα.

Ως προς το ενεργειακό τοπίο το Ισραήλ επιδιώκει να μπει επιθετικά στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που υπάρχουν στην περιοχή, αλλά και δυνητικά να αποτελέσει και τμήμα ενός ενεργειακού κόμβου στην περιοχή, σε συνεργασία με την Αίγυπτο, που έχει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα κοιτάσματα, ενώ ήδη έχει προσύμφωνο με την Ιορδανία για την παροχή φυσικού αερίου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ισραηλινή πολιτική απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο περιλαμβάνει δύο κατευθύνσεις: σε γεωπολιτικό επίπεδο προτείνει μια συμμαχία που θα μπορούσε να αποτελέσει και αντίβαρο στην τουρκική επιθετικότητα και σε ενεργειακό επίπεδο τη συνεργασία για την καλύτερη εκμετάλλευση των κυπριακών και δυνητικά ελληνικών κοιτασμάτων.

Αυτή η πολιτική ήδη έχει πάρει διάφορες μορφές αμυντικής κυρίως συνεργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα και το Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένων και κοινών ασκήσεων (που έχουν επιτρέψει ιδίως στην ισραηλινή αεροπορία να κάνει προσομοιώσεις επιδρομών σε χώρες που κρίνει εχθρικές και να εξοικειωθεί με την αντιμετώπιση ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων όπως οι S-300), ενώ αναμένεται να αναβαθμιστεί με το κοινό ραντάρ που θα κατασκευαστεί στην Κρήτη.

Στο ενεργειακό επίπεδο το σημείο κλειδί είναι η πρόταση για τον αγωγό East Med, ένα πολύ μεγάλο έργο που εκτός όλων των άλλων η ισραηλινή πλευρά θέλει να το εντάξει και στην προσπάθεια απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

East Med: ένα σημαντικό αλλά όχι άμεσα υλοποιήσιμο έργο

Ωστόσο, πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι αυτή τη στιγμή ο East Med, ένα έργο που μπορεί να κοστίσει ακόμη και 10 δισεκατομμύρια δολάρια (μόνο η τελική μελέτη σκοπιμότητας θα κοστίσει κοντά στα 100 εκατομμύρια), δεν είναι κάτι που θα υλοποιηθεί άμεσα.

Για να είναι συμφέρουσα η κατασκευή ενός τέτοιου υποθαλάσσιου αγωγού (όπου το πλεονέκτημα να είναι απρόσβλητο από κλασικές τρομοκρατικές μεθόδους συνδυάζεται με το υψηλό κόστος κατασκευής) απαιτούνται αθροιστικά ποσότητες πάνω από 10 τρισ. κυβικά πόδια ποδιών. Αυτή τη στιγμή αυτές δεν υπάρχουν, ούτε στην ισραηλινή, ούτε στην κυπριακή ΑΟΖ, παρά μόνο στην αιγυπτιακή, όπου υπάρχει το κοίτασμα Zhor με πάνω από 30 τρισ. κυβικά πόδια.

Όμως, η Αίγυπτος σε αυτή τη φάση τουλάχιστον, που διαθέτει δικό της τερματικό υγροποίησης φυσικού αερίου δεν είναι βέβαιο ότι θέλει να επενδύσει σε κάτι τέτοιο, ιδίως από τη στιγμή που με τα σημερινά βεβαιωμένα κοιτάσματα τόσο το Ισραήλ όσο και η Κύπρος (κοίτασμα «Αφροδίτη») μπορούν να εξάγουν μέσω της Αιγύπτου. Χρειάζεται να περάσουν μερικά χρόνια, να φτάσουμε στη δεύτερη φάση παραγωγής του ισραηλινού κοιτάσματος «Λεβιάθαν» και στην έναρξη παραγωγής του κυπριακού κοιτάσματος «Γλαύκος» για να εξεταστούν οι πραγματικοί όροι ως προς τον East Med και κυρίως το εάν και κατά πόσο θα θελήσουν να εμπλακούν αμερικανικές ενεργειακές και κατασκευαστικές εταιρείες στην κατασκευή του.

 

Η αμερικανική υποστήριξη

Η δήλωση Πομπέο προφανώς έχει τη σημασία της. Πέραν των παραδοσιακά καλών σχέσεων των ΗΠΑ με το Ισραήλ υπάρχει και η ιδιαίτερη πλευρά της συγκριτικά πιο φιλοϊσραηλινής πολιτικής που έχει η κυβέρνηση Τραμπ, με συμβολική στιγμή την απόφαση για τη μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ.

Επιπλέον, υπάρχει και μια φιλική σχέση ανάμεσα στον Τραμπ και τον Νετανιάχου και είναι βέβαιο ότι ο αμερικανός πρόεδρος θέλει να βοηθήσει την επανεκλογή του ισραηλινού πρωθυπουργού.

Με αυτή την έννοια, είναι προφανές ότι η παρουσία Πομπέο εντασσόταν και σε μια προσπάθεια να τονωθεί η εικόνα του Νετανιάχου ως «διεθνούς ηγέτη» μπροστά στις επερχόμενες εκλογές για την Κνεσσέτ.

Επιπλέον, οι ΗΠΑ σε αυτή τη φάση ως προς την εξωτερική πολιτική τους, με ανοιχτό το ζήτημα του εάν και πότε θα αποχωρήσουν από τη Συρία, με το νέο «Ψυχρό Πόλεμο» με τη Ρωσία και τον εντεινόμενο ανταγωνισμό με τη Ρωσία, αλλά και με τις δυσκολίες που συναντούν στο να πείσουν τους υπόλοιπους συμμάχους για μια επιθετική πολιτική απέναντι στο Ιράν, είναι προφανές ότι θεωρούν σημαντική τη συνεργασία με το Ισραήλ και βλέπουν θετικά οποιαδήποτε προσπάθεια διαμόρφωσης αμυντικών συμμαχιών που συμπίπτουν και με τις δικές τους γενικές επιδιώξεις.

Προφανώς, επίσης, οι ΗΠΑ στηρίζουν οποιαδήποτε προσπάθεια ενεργειακής απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι αμερικανικές εταιρείες αποκτούν δυνατότητες να καλύψουν αυτό το κενό.

Οι ΗΠΑ δεν έχουν εγκαταλείψει ακόμη την Τουρκία

Παρότι πολλές φορές στην ελληνική δημόσια σφαίρα, η στροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής προς την αναβάθμιση των σχέσεων με το Ισραήλ έχει παρουσιαστεί ως δυνατότητα διαμόρφωσης ενός «αντιτουρκικού» γεωπολιτικού άξονα, η αμερικανική εξωτερική είναι πιο περίπλοκη.

Όντως, οι σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ απέχουν πολύ από την εποχή που συντονισμένα διεκδικούσαν να είναι τα «προκεχωρημένα φυλάκια» της Δύσης και συχνά ο Ερντογάν μιλά επιθετικά για τον Νετανιάχου.

Προφανώς επίσης οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις έχουν περάσει από σημαντικές εντάσεις, κυρίως με επίκεντρο το γεγονός ότι οι ΗΠΑ στηρίζονται στις κουρδικές δυνάμεις στη βορειοανατολική Συρία, την ώρα που η Τουρκία θέλει με κάθε τρόπο να αποφύγει το ενδεχόμενο διαμόρφωσης οιονεί κουρδικής κρατικής οντότητας στα σύνορά της.

Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ έχουν αποφασίσει ότι η Τουρκία είναι «χαμένη υπόθεση» και ότι θα συνεργαστεί μόνο με τη Ρωσία μετακινούμενη σε αντιδυτικές θέσεις.

Για τις ΗΠΑ είναι πολύ σημαντικό να διατηρήσουν την Τουρκία στο ΝΑΤΟ και ευρύτερα εντός μια φιλοδυτικής κατεύθυνσης, την ίδια ώρα που ανεξαρτήτως ρητορικής ούτε η τουρκική ηγεσία έχει αποφασίσει να εγκαταλείψει πλήρως τις δεσμεύσεις της έναντι της Δύσης.

 

Και στον ορίζοντα συνεκμετάλλευση;

Σε αυτό το φόντο μάλλον δεν είναι εντελώς τυχαίο ότι όχι μόνο ο Νίκος Κοτζιάς αλλά και ο νυν ΥΠΕΞ έχουν μιλήσει επί της ουσίας για συνεκμετάλλευση με την Τουρκία.

Λέμε επί της ουσίας, γιατί τυπικά τόσο το «ας μην είμαστε μοναχοφάηδες» του Νίκου Κοτζιά, όσο και η υπογράμμιση του Γιώργου Κατρούγκαλου ότι ««η Ελλάδα βλέπει θετικά την συμμετοχή της Τουρκίας στην ενεργειακή εξίσωση της Ανατολικής Μεσογείου», δεν παραπέμπουν άμεσα σε συγκεκριμένο σχέδιο συνεκμετάλλευσης. Την ίδια ώρα, όμως κάνουν σαφές ότι η κυβέρνηση δεν επιδιώκει η Τουρκία να μείνει απέξω.

Τι, όμως, θα μπορούσε να σημαίνει αυτό;

Αφήνοντας κατά μέρος τις ιδιαίτερες τουρκικές απόψεις – που καμιά άλλη χώρα δεν αποδέχεται ξεκινώντας από τις ΗΠΑ – ότι δεν τα νησιά δεν έχουν δική του υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, μένουν δύο κατευθύνσεις.

Από τη μια, το ζήτημα που αφορά την ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Τουρκία έχει κάνει σαφές ότι θεωρεί ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά πρέπει να απολαύσει τα ενεργειακά οφέλη και σε αυτό θα είχε και τη σύμφωνη γνώμη των ΗΠΑ. Άλλωστε, και η κυπριακή κυβέρνηση, με την πρόταση για να πάνε τα έσοδα σε ειδικό «Ταμείο Υδρογονανθράκων» κάνει σαφές ότι σε μια προοπτική λύσης τα οφέλη θα είναι και για τις δύο κοινότητες. Μένει να δούμε εάν το ενεργειακό θα αποτελέσει και μοχλό για εκ νέου επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων για μια λύση.

Από την άλλη, υπάρχει το ίδιο το θέμα τυχόν κοιτασμάτων σε περιοχές που είναι στις περιοχές της ελληνικής ΑΟΖ που όμως αμφισβητεί η Τουρκία. Μέχρι τώρα καμιά ελληνική κυβέρνηση δεν έχει μιλήσει για συνεκμετάλλευση και η επίσημη θέση είναι ότι εάν η Τουρκία επιμένει ας υπογράψει το συνυποσχετικό για παραπομπή της διαφοράς στη Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (που μπορεί και να σημαίνει πιθανώς και πιο «αναλογική» χάραξη). Από τη μεριά τους οι ΗΠΑ, προφανώς και δεν είχαν καμία αντίρρηση στο να δουν μια αποκλιμάκωση της έντασης μέσω οικονομικής συνεργασίας, τουλάχιστον στο βαθμό που εξακολουθούν να θεωρούν ότι η Τουρκία παραμένει σε «δυτική» τροχιά, ιδίως μάλιστα εάν πρόκειται και αμερικανικές εταιρείες (όπως και στην περίπτωση της Κυπριακής ΑΟΖ) να συμμετέχουν. Μένει να δούμε, εάν οι δηλώσεις Κοτζιά και Κατρούγκαλου όντως παραπέμπουν σε μια τέτοια κατεύθυνση.