Η ρηματική διακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών της ΠΓΔΜ προς το αντίστοιχο ελληνικό που ενημερώνει για τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης που μόλις ολοκληρώθηκε στη γειτονική χώρα, σημαίνει ότι πλέον το ζήτημα έρχεται στην ελληνική πλευρά.

Το ίδιο το περιεχόμενο της ρηματικής διακοίνωσης ανακεφαλαιώνει τα όσα ξέραμε ότι είχαν ψηφιστεί από την εθνοσυνέλευση της ΠΓΔΜ σε εκτέλεση των όσων προβλέπει η Συμφωνία των Πρεσπών. Περιλαμβάνει, δηλαδή, τις τέσσερις τροποποιήσεις του Συντάγματος της ΠΓΔΜ (XXXIII, XXXIV, XXXV, XXXVI) που ψηφίστηκαν και τον ειδικό συνταγματικό νόμο που τις θέτει σε ισχύ.

 

Το περιεχόμενο της συνταγματικής αναθεώρησης στην ΠΓΔΜ

Η πρώτη (XXXIII) τροποποίηση του Συντάγματος αναφέρει ότι όπου αναφέρεται στο κείμενο του Συντάγματος «Δημοκρατία της Μακεδονίας» πλέον θα αναγράφεται «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας». Εξαίρεση γίνεται για το άρθρο 36 που αναφέρεται στην εξασφάλιση ειδικών κοινωνικών δικαιωμάτων στους βετεράνους του «Αντιφασιστικού Αγώνα» και όλων των αγώνων για των «μακεδονικών εθνικοαπελευθερωτικών πολέμων», για τους «αναπήρους πολέμου και όσων εκδιώχτηκαν ή φυλακίστηκαν για τα ιδανικά της διακριτής ταυτότητας του «μακεδονικού λαού» και της «μακεδονικής ταυτότητας». Το άρθρο αυτό, παρόμοιο με άλλα ανάλογα στα συντάγματα των μεταγιουγκοσλαβικών κρατών, ρυθμίζει ζητήματα συντάξεων βετεράνων, των οικογενειών τους κ.λπ.

Η δεύτερη (XXXIV) τροποποίηση αφορά το προοίμιο του Συντάγματος της ΠΓΔΜ, όπως αυτό είχε τροποποιηθεί μετά τη «Συμφωνία της Οχρίδας» το 2001, που έφερε το τέλος του παρ’ ολίγο εμφυλίου πολέμου. Αφαιρείται η φράση «όπως και πολίτες που είναι τμήμα» και η οποία φράση προηγείτο της παράθεσης των υπόλοιπων εθνοτήτων («λαών») της γειτονικής χώρας. Η αλλαγή αυτή οδηγεί σε μια «ισότιμη» παράθεση και των υπόλοιπων «λαών» (αλβανικού, τουρκικού, βλάχικου, σερβικού, ρομά, βοσνιακού) χωρίς να φαίνεται πλέον ότι έχει πιο περίοπτη θέση ο «μακεδονικός λαός».

Επίσης, οι «αποφάσεις της Λαϊκής Αντιφασιστικής Απελευθερωτικής Συνέλευσης της Μακεδονίας», πλέον αναφέρονται ως οι «νομικές αποφάσεις που αναφέρονται στη Διακήρυξη της Πρώτης Συνόδου της Λαϊκής Αντιφασιστικής Απελευθερωτικής Συνέλευσης της Μακεδονίας προς το λαό της Μακεδονίας». Η αλλαγή αυτή γίνεται ώστε να περιοριστεί το εύρος της επίκλησης της σχετικής διακήρυξης σε ότι αφορά τη συγκρότηση της ομόσπονδης δημοκρατίας και όχι στο σύνολο των αποφάσεων της Συνέλευσης που περιλάμβαναν και διεκδικήσεις που η ελληνική πλευρά θεωρεί αλυτρωτικές.

Επίσης θα προστεθεί η αναφορά «που εξέφρασαν την βούληση να δημιουργήσουν ένα ανεξάρτητο κυρίαρχο κράτος», μετά την παράθεση των ιδρυτικών στιγμών έως και το δημοψήφισμα του 1991, όπως και η αναφορά στο «πλαίσιο της συμφωνίας της Οχρίδας». Οι προσθήκες αυτές αφορούν την ακόμη πιο σαφή ευθυγράμμιση με τη συμφωνία της Οχρίδας και αποτυπώνουν την βούληση των αλβανικών κομμάτων να κατοχυρώσουν αυτό το πλαίσιο και συνταγματικά.

Η τροποποίηση XXXV αφορά προσθήκη στο άρθρο 3 του Συντάγματος: «η Δημοκρατία θα σέβεται την κυριαρχία, την εδαφική ακεραιότητα και την πολιτική ανεξαρτησία των γειτονικών κρατών». Η διατύπωση αυτή, που εντάσσεται στο πλαίσιο της δέσμευσης για αποφυγή αλυτρωτικών θέσεων, ενισχύει την ισχύουσα διατύπωση ότι «δεν υπάρχουν εδαφικές αξιώσεις προς γειτονικά κράτη».

Η τροποποίηση XXXVI αφορά την αλλαγή του άρθρου 49. Το άρθρο αυτό στην αρχική του διατύπωση αναφερόταν στη «φροντίδα της Δημοκρατίας για το καθεστώς και τα δικαιώματα προσώπων που ανήκουν στον μακεδονικό λαό σε γειτονικές χώρες καθώς και των απόδημων μακεδόνων». Αργότερα είχε συμπληρωθεί αυτό το άρθρο με τη δέσμευση ότι κατά την άσκηση αυτής της φροντίδας «η Δημοκρατία δεν θα αναμειγνύεται στα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών και στις εσωτερικές υποθέσεις τους».  Είναι δηλαδή ένα κρίσιμο άρθρο μια που αναφέρεται ουσιαστικά στο εάν και σε ποιο βαθμό η πλευρά της ΠΓΔΜ εγείρει θέματα «μακεδονικών» μειονοτήτων σε γειτονικές χώρες.

Τώρα το συγκεκριμένο άρθρο αναδιατυπώνεται ως εξής:

«Η Δημοκρατία θα προστατεύει, εγγυάται και καλλιεργεί τα χαρακτηριστικά και την πολιτιστική κληρονομιά του μακεδονικού λαού.

Η Δημοκρατία θα προστατεύει τα δικαιώματα και συμφέροντα των υπηκόων της που ζουν ή κατοικούν στο εξωτερικό.

Η Δημοκρατία θα φροντίζει  για τη διασπορά του μακεδονικού λαού  και τμήματος του αλβανικού λαού, του τουρκικού λαού, του βλάχικου λαού, του σερβικού λαού,  του ρομά λαού, του βοσνιακού λαού και άλλων και θα καλλιεργεί και θα προοωθεί τους δεσμούς με την πατρίδα.

Κάνοντάς αυτό η Δημοκρατία δεν θα αναμειγνύεται με τα κυρίαρχα δικαιώματα άλλων κρατών και τις εσωτερικές υποθέσεις του».

 

Το περιεχόμενο του συνταγματικού νόμου

Ο συνταγματικός νόμος τώρα, στο πρώτο άρθρο του, ξεκαθαρίζει ότι οι συνταγματικές αλλαγές θα τεθούν σε ισχύ όταν τεθεί σε ισχύ και η ίδια η Τελική Συμφωνία για την Επίλυση των Διαφορών (η «Συμφωνία των Πρεσπών» της 17ης Ιουνίου 2018), τερματιστεί η ισχύς της Ενδιάμεσης Συμφωνίας που είναι σε ισχύ αυτή τη στιγμή, καθιερωθεί η στρατηγική σχέση των δύο μερών και κυρωθεί το Πρωτόκολλο Εισδοχής της «Βόρειας Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ. Η ίδια η τελική συμφωνία ορίζεται ως υλοποίηση των απαιτήσεων των ψηφισμάτων 813 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας που όρισε το FYROM/ΠΓΔΜ ως το προσωρινό όνομα της γειτονικής χώρας και το 845 (1993) που αναγνώριζε ότι ανάμεσα στα δύο κράτη υπάρχει μια διαφορά ως προς το θέμα του ονόματος και πρέπει να λυθεί για να ενισχυθεί η ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία στην περιοχή. Ο νόμος κάνει σαφές ότι εάν δεν τηρηθούν οι παραπάνω συνθήκες, που αφορούν και τη στάση της ελληνικής πλευράς, δεν θα τεθούν σε ισχύ και οι αλλαγές στο σύνταγμα.

Στο δεύτερο άρθρο κάνει σαφές πλέον η ιθαγένεια θα είναι μακεδονική/πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας, όπως προβλέπει η Συμφωνία των Πρεσπών και δεν θα ορίζει ή προκαθορίζει την εθνότητα των πολιτών. Είναι η γνωστή επιπλέον αποσαφήνιση που προτάθηκε και από αλβανούς βουλευτές και που υπογραμμίζει και ρητά τη διάκριση ιθαγένειας και εθνότητας. Στο ίδιο άρθρο αποσαφηνίζεται ότι στα προσωπικά και ταξιδιωτικά έγγραφα η αναφορά της ιθαγένειας θα αναγράφεται στη «μακεδονική γλώσσα» και για όσους δεν ομιλούν τη «μακεδονική γλώσσα» και στο αλφάβητο που αυτοί χρησιμοποιούν.

Το ίδιο άρθρο ορίζει ότι από την ισχύ εφαρμογής των σχετικών αλλαγών το επίθετο που θα προσδιορίζει το κράτος, τα κρατικά σώματα και τους δημόσιους θεσμούς θα είναι συμβατό με το όνομα του κράτους είτε στην πλήρη μορφή του («Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας») είτε στη σύντομη («Βόρεια Μακεδονία»).

Το άρθρο 3 ορίζει ότι τα επίσημα έγγραφα και τα έγγραφα της δημόσιας διοίκησης για διεθνή χρήση θα προσαρμοστούν στη νέα ονομασία μέσα σε 5 χρόνια, ενώ το άρθρο 4 προβλέπει ότι τα επίσημα έγγραφα και άλλα έγγραφα της δημόσια διοίκησης που προορίζονται για εσωτερική χρήση επίσης θα αλλάξουν μέσα σε μια πενταετία αλλά με σημείο αφετηρίας το άνοιγμα του αντίστοιχου κεφαλαίου της ενταξιακής διαδικασίας στην ΕΕ.

Το άρθρο 5 παραθέτει ονομαστικά το σύνολο των γειτονικών κρατών των οποίων την εδαφική ακεραιότητα σέβεται.

Το άρθρο 6 ορίζει ότι οι συνταγματικές αλλαγές θα τεθούν σε ισχύ μαζί με τον συνταγματικό νόμο, δηλαδή μαζί με την πλήρωση των προϋποθέσεων που αφορούν και τις ελληνικές κινήσεις (κύρωση συμφωνίας κ.λπ.).

 

Οι διευκρινίσεις του υπουργείου Εξωτερικών της ΠΓΔΜ

Το ίδιο το κείμενο της ρηματικής διακοίνωσης του υπουργείου Εξωτερικών υπενθυμίζει στο «διαβιβαστικό» μέρος του ότι η γειτονική χώρα έχει κυρώσει τη Συμφωνία των Πρεσπών και ότι πλέον ενημερώνει και για την ολοκλήρωση των εσωτερικών  νομικών αλλαγών. Επαναλαμβάνει ότι ο χαρακτηρισμός της ιθαγένειας (nationality) ως «μακεδονικής/πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονία» δεν αναφέρεται σε «εθνότητα» (ethnic affiliation / ethnicity) και διευκρινίζει ότι η αναφορά «μακεδονική γλώσσα» αναφέρεται στην επίσημη γλώσσα του δεύτερου συμβαλλόμενου μέρους της «Συμφωνίας των Πρεσπών» όπως αυτή αναγνωρίστηκε από την Τρίτη Διάσκεψη του ΟΗΕ για την τυποποίηση των γεωγραφικών ονομάτων που έλαβε χώρα στην Αθήνα το 1977 και ανήκει στην ομάδα των νοτιο-σλαβικών γλωσσών.

Σε σχέση με την ρηματική διακοίνωση και την επίσημη ενημέρωση πλέον για τις συνταγματικές αλλαγές που έγιναν στη γειτονική χώρα ως γνωστόν η κυβέρνηση έχει υποστηρίξει ότι αυτές καλύπτουν όλες τις απαιτήσεις που περιλαμβάνει η Συμφωνία των Πρεσπών με την επιπλέον αποσαφήνιση της διάκρισης ανάμεσα σε ιθαγένεια και εθνότητα.

 

Το ζήτημα με τις αναφορές σε «μακεδονικό λαό»

Η αντιπολίτευση επιμένει στην κριτική της, τόσο ως προς τη συμφωνία γενικά (χαρακτηριστική η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση ως προς τη «μακεδονική γλώσσα»), ενώ επισημαίνει ότι οι τροπολογίες αναφέρονται σε «μακεδονικό λαό» και ότι με αυτή την έννοια μπαίνει από την πίσω πόρτα το ερώτημα του «μακεδονικού έθνους».

Ωστόσο, πρέπει να επισημάνουμε εδώ ότι η ίδια Συμφωνία των Πρεσπών περιλαμβάνει και το άρθρο 7. Σε αυτό οι δύο χώρες συνομολογούν ότι χρησιμοποιούν τις έννοιες «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» με αναφορά σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά. Για την Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 7(2) αυτό δεν περιλαμβάνει μόνο τη Βόρεια Ελλάδα αλλά και τον ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κληρονομιά. Η ΠΓΔΜ δεσμεύεται με το άρθρο 7(3) ότι με αυτούς τους όρους ορίζει μια διαφορετική παράδοση και κληρονομιά και με το άρθρο 7(4) δεσμεύεται ότι όλα αυτά δεν έχουν σχέση με τον αρχαίο πολιτισμό και την κληρονομιά και τον πολιτισμό της ελληνικής Μακεδονίας. Ουσιαστικά, το άρθρο 7 της συμφωνίας υποτίθεται ότι καλύπτει ακριβώς την αποφυγή προβλημάτων σε σχέση με τη χρήση των λέξεων «μακεδόνας/μακεδονικός».

Η ώρα της συζήτησης που δεν έγινε

Είναι προφανές ότι η ρηματική διακοίνωση απλώς επιβεβαίωσε αυτά που ξέραμε με βάση την εξέλιξη της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης στην ΠΓΔΜ και όπως αυτή διαμορφώθηκε από τις παρεμβάσεις κυρίως και των αλβανικών κομμάτων. Σε γενικές γραμμές αποτυπώνει τους όρους που είχαν τεθεί από τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Περιλαμβάνει την αλλαγή του ονόματος που σταδιακά θα επεκταθεί σε όλα τα δημόσια έγγραφα και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, την αποσαφήνιση για ως προς τυχόν «αλυτρωτικές» αναφορές στο Σύνταγμα και τη διάκριση ιθαγένειας και εθνότητας, μαζί με μεγαλύτερη έμφαση στην ισοτιμία ανάμεσα στο «μακεδονικό λαό» και τους άλλους λαούς της ΠΓΔΜ

Από την άλλη, ούτως ή άλλως εξαρχής η Συμφωνία των Πρεσπών στηρίχτηκε σε μια λεπτή ισορροπία όπου θα συνδυαζόταν η αλλαγή του ονόματος και η άρνηση κάθε αλυτρωτικής αναφοράς με τη διατήρηση κάποιου είδους «μακεδονικής ταυτότητας».

Από αρκετούς υποστηρίχτηκε ότι αυτή ήταν η μόνη εφικτή συμφωνία «σύνθετης ονομασίας». Άλλοι επέμειναν αρνητικά, υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε να υπάρξει σύνθετη ονομασία χωρίς υποχωρήσεις σε θέματα ταυτότητας ή γλώσσας, ενώ προφανώς υπήρξαν και αυτοί που επέμειναν ότι θα μπορούσε να υπάρξει λύση χωρίς καμία αναφορά στη λέξη Μακεδονία.

Ούτως ή άλλως από πολύ νωρίς η Συμφωνία των Πρεσπών εντάχτηκε με τέτοιο τρόπο στην εσωτερική πολιτική (και κομματική) αντιπαράθεση και έγινε τμήμα μιας ακήρυκτης προεκλογικής εκστρατείας, με αποτέλεσμα μικρή συζήτηση να γίνει πάνω στην ουσία και τα όρια της σχετικής διαπραγμάτευσης. Είναι ερώτημα εάν και τώρα, μέσα στην πολιτική και κοινοβουλευτική πόλωση που επικρατεί, θα γίνει αυτή η συζήτηση.