Μέρες που είναι, ας στοχαστούμε λίγο πάνω στο δίπολο φως – σκότος. Ας επισκεφθούμε τη γλώσσα μας: η ώρα που δύει ο ήλιος και ο κόσμος που μας περιβάλλει βυθίζεται στη νύχτα και στο σκοτάδι της, η αρχαία λέξη για την έναρξη αυτής της ημερήσιας περιόδου ονομαζόταν δείλη. Αυτή η ώρα, πριν ο πολιτισμός οπλίσει με το τεχνητό φως τον πρωτόγονο άνθρωπο, δημιουργούσε φοβίες, τρόμο, ανασφάλεια και το συναίσθημα που προκαλούσε η δείλη ήταν η δειλία και ο άνθρωπος γινόταν δειλός. Το συναίσθημα αυτό ενισχυόταν και από τις φωνές των θηρίων που περιφέρονταν στις παρυφές των πρωτόγονων οικισμών.

Ετσι, ο λύκος με ειδική κραυγή υποδέχεται τη μέρα και το φως, το λυκαυγές και τη νύχτα, όταν έρχεται το δειλινό και πέφτει το λυκόφως, ουρλιάζει σκορπίζοντας τον τρόμο στους περιδεείς ανθρώπους της γειτονίας του. Από κει και πέρα αφήνω τη γλωσσική ευαισθησία του καθενός να αντιληφθεί γιατί ο θεός του φωτός Απόλλων ονομαζόταν Λύκειος, γιατί περιοχή της Αθήνας ονομαζόταν Λύκειο, όπου και η Σχολή του Αριστοτέλη (εκεί όπου σήμερα είναι το Βυζαντινό Μουσείο και τα ερείπια της Σχολής του σταγειρίτη φιλοσόφου και γιατί το βουνό απέναντι έως σήμερα ονομάζεται Λυκαβηττός, τόπος όπου λημεριάζουν οι λύκοι, τα ζώα δηλαδή που χαιρετίζουν και αποχαιρετούν το φως, λατινιστί Lux γενική Lucis.

Από την άλλη, ο Απόλλων ήταν και λυκοκτόνος, λυκοφονιάς, άρα συχνά στη συνείδηση των πρωτόγονων ανθρώπων σκότωνε το θηρίο του σκότους ως θεός του φωτός. Γλωσσικά παράδοξα και ποιητικοί ερεθισμοί.

Αλλά αρκετά με τα γλωσσικά πάθη. Σε ολόκληρη την αρχαία μυθολογία της Μεσογείου αλλά και της ασιατικής ενδοχώρας, στην επικράτεια των Περσών, οι θεοί που περιφέρονται στο ξύπνιο και στα όνειρα, στο λίκνο και στο νεκροκρέβατο των ανθρώπων, είναι θεοί του φωτός και του σκότους. Αφήνω προς το παρόν ασχολίαστο πως ο Ηλιος – Απόλλων έχει ως πάρισον την Σελήνη μ’ όλες τις φάσεις της και τις επιρροές της στον φυσικό και βέβαια στον ανθρώπινο κύκλο. Θα μας πήγαινε μακριά η άποψη για τη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης και την ετερόφωτη λάμψη της! Ας μείνουμε στους συμβολισμούς φωτός και σκότους. Εν πρώτοις, γιατί άραγε το φως έγινε σύμβολο της αλήθειας, της διαύγειας και το σκότος του ψεύδους, της απόκρυψης; Εννοώ στους ιστορικούς χρόνους.

Γιατί άραγε ο Μεσαίων ταυτίστηκε με τους αιώνες του σκότους από πληθώρα ιστορικών και η μετά την Αναγέννηση περίοδος χαρακτηρίστηκε αιώνας των Φώτων; Πόσο μίσος, πόση αιματοχυσία για λόγους κυρίως ιδεολογικούς δεν κυριάρχησαν στα χρόνια των Φώτων. Πόσα σκοτάδια φωτίστηκαν με την έλευση της επιστήμης. Οσο προχωρούσε η φωταύγεια στο σκοτάδι της άγνοιας, τόσο νέο σκοτάδι μας περίμενε στην πορεία.

Μέσα στην πλημμυρίδα του λογικού φωτός δημιουργήσαμε τον τεχνικό μας πολιτισμό και τον οπλισμό μας! Φωτεινά μυαλά μας εφοδίασαν με λυτρωτικά φάρμακα, επικοινωνιακά και συγκοινωνιακά μέσα, με εργαλεία ανίχνευσης του υπεδάφους, της θάλασσας και του ουράνιου τοπίου, αλλά συνάμα και με όπλα και φαρμάκια μαζικής καταστροφής. Τα δώρα του Προμηθέως μάς εξασφάλισαν ευνοϊκότερους όρους ζωής και ευνοϊκότερους όρους ολέθρου.

Σκέφτομαι συχνά πόσο ψευδαίσθηση είναι ο μύθος του Επιμηθέα και της επιπόλαιης συζύγου του.

Μας παρηγορούσαν οι παραμυθάδες πως μπορεί εκείνη η γυναίκα να άφησε να της ξεφύγουν όλες οι αρετές και κόλλησε στο βάθος του δοχείου η ελπίδα. Τώρα πλέον υποψιαζόμαστε πως η ελπίδα ήταν φρούδα, δηλαδή έτοιμη κι αυτή να αποδράσει, κοντά στην έξοδο, αν δεν έχει ήδη πάρει των ομματιών της και άφησε πίσω της μόνο το τσόφλι της.

Αυτό το Αγιο Φως που εμφανίστηκε στον Ιορδάνη εν είδει περιστεράς, ποιος το τουφέκισε; Και μπορεί κανείς να υποθέσει όχι επιπόλαια πως οι εκτελεστές του δεν αποκλείεται να φορούσαν και άμφια και μίτρες. Εκείνοι που πιθανολογείται πως γνώριζαν σαφώς να ταριχεύουν νεκρά περιστέρια και να πωλούν στις αγορές του κόσμου έναντι αδράς αμοιβής, δικαίως ίσως, αφού η ταρίχευση είναι τέλεια και οι αγοραστές μένουν με την εντύπωση πως εφοδιάζονται με ζωντανά περιστέρια.

Παρ’ όλη λοιπόν αυτή την πολυτελή φωτοχυσία, ο άνθρωπος έχει την αίσθηση πως κάθε μέρα και κάθε νύχτα γυρίζει στο σπήλαιο με μόνο εφόδιο τον τρόμο της δείλης, τον φόβο του σκοταδιού. Μέσα στο σπήλαιο, αποθήκη αιώνων «πολιτισμού», σωρεύονται εκατομμύρια βιβλία, εργαλεία, όπλα, θεσμοί, ηθικές παρακαταθήκες, θεωρίες, δόγματα, μνημεία και μνήμες που ο ανθρωπάκος περιδεής ασφυκτιά, ψυχοπλακώνεται αλλά νιώθει τον ίδιο τρόμο, το ίδιο δέος που ένιωσε εκατομμύρια χρόνια πριν στο ίδιο σπήλαιο την ώρα της μεγάλης κατακλυσμιαίας πλημμύρας.

Πόσο προφητικά λειτουργεί το απελπισμένο μήνυμα του μεγάλου Μπέκετ στο αριστούργημά του «Το τέλος του παιχνιδιού», όπου ο τυφλός ήρωάς του και ο αεικίνητος δούλος του μέσα στην «Κιβωτό» τους μοιραίοι και χωρίς αντίσταση αισθάνονται να ανεβαίνουν τα νερά που σε λίγο θα τους καταπιούν.

Αλλά θα μου πείτε, πότε οι άρχοντες που ασκούν την εξουσία αιώνες τώρα άκουσαν τους «προφήτες» και τους ποιητές. Το διατύπωσε χρόνια πριν, δύο αιώνες, ο Χέλντερλιν γράφοντας πως δεν έχουν κανένα κύρος πλέον οι ποιητές – ποιος τους χρειάζεται; – στην αχρειότητα της εποχής του (μας).

Και γιατί να χρειάζεται ο κόσμος τους ποιητές, αφού δεν χρειάζεται ούτε τον Γιο του Θεού που ήρθε στον κόσμο και τον σταύρωσαν κι όταν εκείνος πέθανε και αναστήθηκε τον μετέτρεψαν σε τεμένη, άμφια, δόγματα αλληλομισούμενα, θεσμούς και ιερατεία και τερατώδη ιεροδικεία. Στη θέση της εντολής «αγάπα τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου» μπήκε η εντολή «δημιούργησε νέους εχθρούς για να έχεις λόγο ύπαρξης».

Εκείνος ο προφήτης που βάφτισε τον Υιό του Θεού και το Αγιο Πνεύμα εν είδει περιστεράς βεβαίωνε του λόγου το αληθές, ως γνωστόν αποκεφαλίστηκε. Μια Ηρωδιάδα θριάμβευσε και μια Σαλώμη χόρεψε για να τον κοιμίσει. Εκτοτε ο κόσμος κατοικείται από Ηρωδιάδες, Ηρώδηδες, Σαλώμες και ταριχευμένες κομμένες κεφαλές προφητών που πωλούνται στις αγορές και στα παζάρια της οικουμένης για να φωτογραφίζονται οι τουρίστες και να πλουτίζουν οι έμποροι του ναού.

Αλήθεια, τι άλλαξε μέσα στους αιώνες; Εγινε ο άνθρωπος καλύτερος; Ταξιδεύει με την ταχύτητα του ήχου, κατευθύνει τα ηλεκτρονικά του τηλεσκόπια στους γαλαξίες, με τα ηλεκτρονικά του μικροσκόπια και τους δοκιμαστικούς του σωλήνες ανιχνεύει τη δομή των ατόμων και τους κώδικες των κυττάρων. Επικοινωνεί με την άκρη του κόσμου, κατασκευάζει νέες μορφές ύλης, πειραματίζεται στη δημιουργία ζωής. Και όμως φορά ακόμη συμβολικά τη δορά του ζώου και συμπεριφέρεται σαν τον άγριο, ανθρωποφάγο, ενστικτώδη πρόγονό του στα σπήλαια. Εις μάτην ο Θεός πήγε και γεννήθηκε σε σπήλαιο ως παιδίον νέον για να εγκαινιάσει μια νέα ζωή, αφού επεδίωκε να εγκαθιδρύσει στο σύμπαν την αγάπη, δηλαδή την ανοχή και την πληρότητα, γιατί ανέχομαι σημαίνει είμαι γεμάτος από σένα, αφού αγαπώ στην πανάρχαια γλώσσα μας σημαίνει: αρκούμαι, ξεχειλίζω από σένα.

Πώς αυτό το μήνυμα αντιστράφηκε και σημαίνει τώρα πια «μου φτάνει και μου περισσεύει το τομάρι μου»;

Δεν μας αρκεί πια που το «αγάπα τον εχθρό σου όπως αγαπάς τον εαυτό σου» έγινε «μίσησε τον εχθρό σου όσο μπορείς», αλλά φτάσαμε να πιστεύουμε «μίσησε τον εχθρό σου όσο μισείς τον εαυτό σου».

Ετσι φτάσαμε πλέον να θεωρούμε το φως ως μεταμφίεση του σκότους, έναν μασκαρά που πίσω από τη χαμογελαστή προσωπίδα κρύβει ένα απαίσιο πρόσωπο που μισεί όλον τον κόσμο αλλά πιο πολύ τον εαυτό του.