Ένα από τα πλέον άδικα μέτρα που είχαν επιβληθεί με απόφαση της κυβέρνησης στα πλαίσια του 3ου Μνημονίου, ήταν ο ειδικός φόρος στο κρασί, που ανερχόταν σε επιβάρυνση  0.20 ευρώ ανά λίτρο.

Πλέον μετά από αρκετές διαβουλεύσεις και αφού πέρασαν 3 χρόνια από την εφαρμογή του μέτρου, που είχε οδηγήσει στην απόγνωση τόσο τα μικρά οινοποιεία όσο και τις μεγάλες μονάδες που αντιμετώπισαν έλλειψη ανταγωνιστικότητας, το μέτρο καταργείται αρχής γενομένης από την 1.1.2019.

Πρόκειται σαφέστατα για μία διόρθωση ενός λάθους, που έπληξε τις εξαγωγές της χώρας, αφού η κυβέρνηση προσπαθώντας να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα, δεν αντιλήφθηκε ότι η επιπλέον φορολογία σε βασικά εξαγωγικά αγαθά, με προστασία επωνυμίας προέλευσης όσο και γεωγραφικής ένδειξης, δεν θα είχε αποτέλεσμα.

Όντως τα έσοδα τα οποία έλαβε το κράτος από τον ειδικό φόρο, ήταν πενιχρά, ενώ δημιούργησε σοβαρά οικονομικά προβλήματα στις μικρές παραγωγικές μονάδες, αφού τις υποχρέωνε να δηλώσουν εκ των προτέρων το σύνολο της παραγωγής τους, ώστε να υπολογιστεί ο φόρος, τον οποίο πλήρωναν σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ανεξάρτητα φυσικά από τις πωλήσεις τους.

Είναι σημαντικό να τονιστεί, ότι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, επιβάρυνε τις τιμές παραγωγού, βάσει των οποίων καθορίζονταν συγκεκριμένες εκπτώσεις προς τις μεγάλες αλυσίδες σουπερμάρκετ και λιανικής πώλησης.

Αυτό σημαίνει ότι παρά τις όποιες εκπτώσεις τα τελευταία χρόνια οι τιμές του κρασιού κυρίως στις επώνυμες ετικέτες ήταν σημαντικά αυξημένες καθώς οι αλυσίδες δεν απορροφούσαν τον φόρο, ο οποίος επιβάρυνε όμως σημαντικά το κόστος παραγωγής.

Επρόκειτο λοιπόν για μία διαδικασία, όπου όλοι έχαναν και κυρίως ο τελικός καταναλωτής που είχε περιορισμένες επιλογές, ή επέλεγε φθηνά κρασιά από το εξωτερικό, με αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων για την εγχώρια αμπελοινική παραγωγή.

Από τις αρχές του νέου έτους, η κατάργηση του ειδικού φόρου, δημιουργεί νέα δεδομένα και ευκαιρίες τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τις αλυσίδες λιανικής, καθώς ενισχύεται η ρευστότητα, ενώ υπάρχει η δυνατότητα σε συγκεκριμένες ποικιλίες όπου η χώρα διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα, να αυξηθούν οι εξαγωγές, άνω του 10% δημιουργώντας έτσι νέα παραγωγή και εξωστρέφεια.

Κυρίως στα κρασιά των 5 κιλών, μαζικής παραγωγής, οι τιμές θα είναι μειωμένες τουλάχιστον κατά  1 ευρώ στο τελικό ράφι, με αποτέλεσμα την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, καθώς και την αύξηση της ζήτησης που στο τέλος μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετα φορολογικά έσοδα για το κράτος, πιθανότατα και μεγαλύτερα από την περίοδο εφαρμογής του ειδικού φόρου κατανάλωσης.

Να τονίσουμε ότι η σημερινή αξία της παραγωγής κρασιού είναι 300 εκατ ευρώ και ενδέχεται να αυξηθεί σημαντικά λόγω της μείωσης του φόρου, αλλά και με την επίτευξη νέων συμφωνιών με μονάδες του εξωτερικού, για καλλιέργεια νέων διεθνών ποικιλιών στην χώρα μας.

Σε κάθε περίπτωση, όταν η εξαγωγική δραστηριότητα υπόκειται σε ειδική φορολογία, τότε τα αποτελέσματα επιβαρύνουν ολόκληρο το οικονομικό κύκλωμα, με μόνιμα θύματα τόσο τους φορολογούμενους πολίτες, όσο και τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες.

Η αλλαγή των δεδομένων με την κατάργηση του φόρου, μπορεί να σηματοδοτήσει μία νέα εποχή για την παραγωγή και αξιοποίηση του οίνου στην χώρα μας ως βασικό εργαλείο ανάπτυξης, απασχόλησης και διεθνών δραστηριoτήτων.

 

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος – τραπεζικός