Το έχουμε ξαναδεί το έργο αυτό: η ακροδεξιά κι οι νεοναζί με αφορμή ένα γεγονός ή εκμεταλλευόμενοι μια κατάσταση, να κάνουν επιστράτευση και να αυγατίζουν τις τάξεις τους με νέα μέλη, ενώ οι πολιτικοί του δημοκρατικού τόξο κάνουν τα παγώνια, θεωρώντας πως μπορούν να ελέγξουν τις διαρροές προς τα άκρα.

Το είδαμε στις επιτυχίες της Εθνικής Ελλάδος με κάτι συνδέσμους οπαδών (π.χ. «Γαλάζια Στρατιά») που τους είδαμε να σπάνε και να βρίζουν σε μια ήττα από την Αλβανία, το είδαμε σε πολλά ξεσπάσματα βίας κατά τα πρώτα αντιμνημονιακά χρόνια, το είδαμε με το πογκρόμ στο κέντρο της Αθήνας με αφορμή τη δολοφονία ενός ανθρώπου για να του κλέψουν μια κάμερα, το ζήσαμε όσοι παρακολουθούσαμε την εξέλιξη της δικτύωσης της Χρυσής Αυγής σε συγκεκριμένες γειτονιές της Αθήνας οι οποίες της έδωσαν τις ψήφους για να μπει στο δημοτικό συμβούλιο, το θυμόμαστε όταν καβάλησαν το αντιμνημονιακό κύμα και έπιασαν στασίδι στην πλατεία. Όσοι έχουν καλή μνήμη θα θυμούνται κιόλας τους κατά καιρούς «αυθόρμητους αγανακτισμένους πολίτες» που έκαναν δηλώσεις και διαμαρτυρίες «ακομμάτιστες» και προπάντων «αυθόρμητες» για διάφορα ζητήματα και οι οποίοι, όλως τυχαίως, επανεμφανίστηκαν ως μέλη της Χρυσής Αυγής, ορισμένοι εξ αυτών κι ως υπόδικοι.

Σε καθεμιά από τις παραπάνω περιπτώσεις όταν κάποιος διαμαρτυρόταν για την παρουσία και διείσδυση της Χρυσής Αυγή κινδύνευε πάντοτε να πρέπει να αποδείξει σε διάφορες «δημοκρατικές δυνάμεις», λιγότερες ή περισσότερες κάθε φορά, ότι δεν είναι τρελός, ότι δεν είναι «ανθέλλην», ότι δεν γενικεύει, ότι δεν έχει ξινίλα με τις λαικές διαμαρτυρίες. Κι όμως οι χρυσαυγίτες, όσο εμείς τσακωνόμασταν, έκαναν «δουλίτσα» κομματική πεζοδρομίου και ήταν εκεί, ούτε κρυφά ούτε φωναχτά, χωρίς να το αρνούνται αλλά και χωρίς να το δηλώνουν πολλές φορές.

Όταν, π.χ. έβγαινε η Θέμις Σκορδέλη ως «αυθόρμητη φοβισμένη κάτοικος Αγίου Παντελεήμονα» όποιος στεκόταν στα εμπρηστικά που έλεγε βρισκόταν να απολογούμενος για απάθεια στα προβλήματα των κατοίκων του κέντρου.

Όταν, π.χ. γράφουμε ότι η Χρυσή Αυγή είχε παρουσία στην πλατεία Συντάγματος ένα μέρος της αριστεράς με ευθεία ή έμμεση αναφορά στο κυβερνών κόμμα μας περνάει από μια γρήγορη δίκη προθέσεων ότι η έγνοια μας είναι να αμαυρώσουμε τη μεγαλειώδη λαική κινητοποίηση ενάντια στα μνημόνια και την επιτροπεία.

Γιατί έχουν σημασία αυτές οι μνήμες σήμερα; Μα γιατί υπάρχουν όλες οι ασφαλείς ενδείξεις ότι το ίδιο πράγμα ακριβώς συμβαίνει και πάλι, με αφορμή, αυτή τη φορά, τη συμφωνία των Πρεσπών και τραγικό επίκεντρο των ημερών μερικές δεκάδες σχολεία, κυρίως στη Βορεία Ελλάδα.

Ο τρόπος που η Χρυσή Αυγή και διάφορες ακροδεξιές ομάδες τύπου «Εθνικό Μέτωπο», αναφέρονται στις καταλήψεις αυτές θυμίζει τον ίδιο πονηρό τρόπο που κινούνταν και παλαιότερα. Επαινούν, ενημερώνουν, υιοθετούν πολιτικά, χρησιμοποιούν εναλλάξ α’ πληθυντικό («παλεύουμε…») και γ’πληθυντικό («τα ελληνόπουλα ξεσπούν…»). Σε ολόκληρο το δίκτυο της, σε όλες τις σελίδες της στα social media, όλες τις ιστοσελίδες και τα μπλογκ της, κεντρικά, τοπικά, κλαδικά, νεολαιίστικα, επίσημα κι ανεπίσημα, παίζει τις καταλήψεις με τον γνωστό αυτόν τρόπο. Σήμερα στη Βουλή, ο χρυσαυγίτης βουλευτής Ηλιόπουλος, αφού πρώτα είπε ότι η Χρυσή Αυγή δεν κινητοποίησε τους μαθητές αλλά αυτοί ξεσηκώθηκαν «ακομμάτιστα» και «αυθόρμητα» (σας θύμισε κατι;), στη συνέχεια ανέγνωσε δήλωση του Μιχαλολιάκου στην οποία «χαιρετίζει τους Έλληνες μαθητές» και κάνει λόγο για «κόκκινη τρομοκρατία στα σχολεία».

Ο Μιχαλολιάκος με την αναφορά στην αριστερά διαπράττει μια ακόμη πονηριά, από αυτές τις γνωστές…Η οποία θα ήταν σχετικά ασήμαντη αν το πολιτικό σύστημα είχε αποφασίσει να βάλει ομοφώνως μια υγειονομική κορδέλα γύρω από τη Χρυσή Αυγή εγκαίρως αντί τα κόμματα να τη μεταχειρίζονται ρητορικά επιδιώκοντας δικά τους πολιτικά κέρδη. Με το γνωστό επιχείρημα «δεν θα χαρίσω τους τάδε στην ακροδεξιά».

Δύο τρόποι

Στο τέλος της μέρας, υπάρχουν δυο τρόποι να το δει κανείς.

Ο ένας τρόπος είναι να αντιμετωπίσουμε το θέμα αυτό ως θέμα «καταλήψεις». Κι εκεί ο καθένας να κριθεί για τη στάση και την ιδεολογική του συνέπεια στο δικαίωμα της διαμαρτυρίας, στην ταυτότητα μιας διαμαρτυρίας, στο αν πρέπει να υπάρχει μαθητικό κίνημα, ποια είναι τα αποδεκτά όρια της δράσης του.

Όπως, για παράδειγμα, το έθεσε σήμερα ο Μάκης Βορίδης, ο οποίος είπε το εξής (αντιγράφουμε από τον ιστότοπο του ραδιοφώνου 24/7 όπου έκανε δηλώσεις):

«Δεν ταυτίζω με την ακροδεξιά οποιονδήποτε διαφωνεί με τη συμφωνία των Πρεσπών ή θέλει να διαμαρτυρηθεί. Έχουμε αναγνωρίσει τη θεσμική λειτουργία του μαθητικού κινήματος. Δεν ισχύει ότι δεν μ αρέσουν οι καταλήψεις όταν τις κάνει ο Τσίπρας αλλά μ’ αρέσουν όταν γίνονται για το μακεδονικό. Αν εντοπίζονται συγκεκριμένα φαινόμενα εξτρεμισμού και καπηλείας, δεν τα επιδοκιμάζω. Αλλά το γεγονός ότι ένας μαθητής είναι ευαισθητοποιημένος και θέλει να διαμαρτυρηθεί σε καμία περίπτωση δεν είναι κατακριτέο. Η αριστερά βρίσκεται σε κατάσταση αμηχανίας γιατί ενώ έχει ενθαρρύνει τέτοιες κινητοποιήσεις τώρα τις βρίσκει απέναντί της. Η ΝΔ θεωρεί τη συμφωνία των Πρεσπών κακή. Είναι ακροδεξιά η ΝΔ; Αναζητάτε αν υπάρχουν πίσω κάποιοι που πυροδοτούν τις κινητοποιήσεις, γιατί το αναζητάτε στο πλαίσιο της αντίθεσης στη συμφωνία των Πρεσπών; Η αριστερά επιχειρεί να μετατρέψει όποιον έχει αντίρρηση στη συγκεκριμένη συμφωνία που παραδίδει εθνότητα και γλώσσα στο κράτος των Σκοπίων σε ακροδεξιό. Όποιος το κάνει αυτό χαρίζει στην ακροδεξιά ένα τεράστιο ακροατήριο».

Ο κ. Βορίδης λοιπόν το πάει…γενικά. Ότι δεν είναι καθένας που ενοχλείται νεοναζί. Ότι δεν είναι καθένας που διαδηλώνει ακροδεξιός. Μόνο που εδώ δεν συζητάμε γενικώς αλλά ειδικώς, πολύ ειδικώς μάλιστα, με επίκεντρο ανήλικα. Μιλάμε για συγκεκριμένες δράσεις, με προβολή, πανό, συνθήματα, οργάνωση.

Και αποφεύγει την ερώτηση έτσι. Επιπλέον, δεδομένης της εξαιρετικά αρνητικής στάσης του κόμματος του στις καταλήψεις υποθέτουμε ότι εκφράζει προσωπική θέση για να υπογραμμίσει πως δεν είναι ιδεολογικά ασυνεπής. Ο Άδωνις Γεωργιάδης, ειλικρινέστατος ως συνήθως, μας είπε ότι είναι κατά των καταλήψεων αλλά δεν θα τη χαρίσει αυτή στην Χρυσή Αυγή και ότι η αριστερά είναι ασυνεπής επειδή έκανε καταλήψεις αλλά τώρα ενοχλείται.

Ο δεύτερος τρόπος να το δει κανείς είναι να ασχοληθεί με το ειδικό. Το οποίο είναι ότι έχουμε μια επίδειξη δύναμης της Χρυσής Αυγής και ακροδεξιών ομάδων μέσα σε σχολεία, με παιδιά.

Αν τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου μπορούν να συμφωνήσουν ότι αυτό συνιστά κίνδυνο ας σταματήσουν τα «εγώ γενικώς είμαι υπέρ αλλά…» και τα «εγώ γενικώς είμαι κατά αλλά…» κι ας δουν τι μπορούν να κάνουν, θεσμικά. Αν όχι, τότε απλώς ας μην κάνουν τον κόπο να δηλώσουν τη θλίψη τους στις επόμενες εκλογές, αν δούμε να μαζεύουν ποσοστά τα ακροδεξιά και φασιστικά μορφώματα (που το απευχόμαστε). Η χρήση της στρατηγικής της έντασης, των διχασμών και το γαργαλητό των ταπεινών ενστίκτων έχει δείξει ήδη αποτελέσματα.

Γράψτε το σχόλιο σας