Συνιστά συχνά «εφιάλτη» αλλά και με καταλυτικές συνέπειες στην προστασία των εννόμων συμφερόντων του πολίτη – φορολογούμενου, το εμπρόθεσμο της άσκησης ενδίκων βοηθημάτων, εν προκειμένω της γνωστής ως ενδικοφανούς Προσφυγής, σε βάρος των Πράξεων που εκδίδει η φορολογική διοίκηση, με τις οποίες κατά κανόνα επιβάλλονται και λαμβάνονται σε βάρος του  επαχθή μέτρα και υποχρεώσεις (επιβολή φόρου εισοδήματος, ακίνητης περιουσίας, κληρονομίας, διοικητικές ποινές (πρόστιμα) κ.λ.π.

Στην υφέρπουσα αμφισβήτηση ή αμφιβολία σχετικά με το άνω ζήτημα έλαβε πρόσφατα θέση η Προϊσταμένη Φορολογική Αρχή (ΑΑΔΕ), η οποία με σχετική εγκύκλιό της (ΠΟΛ 1189/2018), διευκρίνισε τα εξής: α) Σχετικά με πράξεις της Φορολογικής Διοίκησης που αφορούν σε φυσικά πρόσωπα, η Πράξη η οποία αποστέλλεται από την Αρχή μέσω συστημένου Ταχυδρομείου, θεωρείται ότι έχει νομίμως κοινοποιηθεί (με συνέπεια την έναρξη της προθεσμίας άσκησης Προσφυγής), μετά την παρέλευση δέκα πέντε (15), ημερολογιακών και όχι εργασίμων ημερών από της αποστολής, με την προϋπόθεση ότι το προς ον η κοινοποίηση πρόσωπο έχει ταχυδρομική κατοικία στην ελληνική επικράτεια, ενώ αν αφορά σε πρόσωπο με ταχυδρομική κατοικία στο εξωτερικό, η προθεσμία επιμηκύνεται στις τριάντα (30) επίσης ημερολογιακές ημέρες (άρθρο 5 του Ν.4174/2013).

β) Μετά την κατά τον παραπάνω τύπο κοινοποίηση της πράξης της Αρχής, η προθεσμία άσκησης του ένδικου βοηθήματος της  Προσφυγής (ενδικοφανούς χαρακτήρα), ορίζεται εντός τριάντα (30) ημερών (άρθρο 63 του άνω Ν.4174/2013).

Πλην όμως στη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 2α του Ν.2717/1990, με τον οποίο κυρώθηκε ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, ως προς την προθεσμία άσκησης τη λεγόμενης δικαστικής Προσφυγής, ορίζεται ότι πράγματι η προθεσμία άσκησής της είναι αυτή των τριάντα (30) ημερών από της κοινοποιήσεως της προσβαλλόμενης πράξης της Αρχής, η τελευταία (προθεσμία) όμως άρχεται από την σύμφωνα με το Νόμο προβλεπόμενη διαδικασία  επίδοσης (εν προκειμένω 15 ημερών άλλως 30), διαφορετικά και σε κάθε άλλη περίπτωση από τότε που ο φορολογούμενος στον οποίο αφορά η Πράξη έλαβε αποδεδειγμένα πλήρη γνώση του περιεχομένου της τελευταίας.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος, με την οποία κατοχυρώνεται η δυνατότητα – δικαίωμα κάθε πολίτη//////, των άρθρων 6 και 13 της Σύμβασης της Ρώμης για τα ανθρώπινα δικαιώματα (ΕΣΔΑ), αλλά και τη συναφή Νομολογία του Ευρωπαικού Δικαστηρίου (ΕΔΔΑ) του Στρασβούργου, δια των οποίων επιβεβαιώνεται η προστασία του πολίτη ως προς την πρόσβασή του στη Δικαιοσύνη και τα θεσμικά όργανά της, δεν είναι επαρκής για το έγκυρο της επίδοσης της Πράξης της Αρχής, η απλή και μόνο πιθανολόγηση του τυπικά ορθού τρόπου γνωστοποίησής της προς το διοικούμενο, παρά θα πρέπει να αποδεικνύεται άνευ ετέρου και σε κάθε περίπτωση ότι ο  τελευταίος έχει λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου και των συνεπειών της.

Στην αντίθετη περίπτωση (αυτή δηλαδή της τυπικής γνωστοποίησης), σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και θέση του ΕΔΔΑ, τίθεται ζήτημα παραβίασης όλων των ανωτέρω διατάξεων και συνακόλουθα ακυρότητας της όλης διαδικασίας κοινοποίησης της φορολογικής Πράξης.

Επί των συγκεκριμένων θεμάτων και προβληματισμού η ΑΑΔΕ, μέσω της παραπάνω ερμηνευτικής  εγκυκλίου της διευκρίνισε  – αποφάνθηκε κάτι εξόχως σημαντικό και σοβαρές πρακτικές συνέπειες για τον φορολογούμενο, ότι δηλαδή  εν τέλει για την ίδια τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 5 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, κατά την οποία πράγματι καθιερώνεται τεκμήριο νόμιμης ή νομότυπης τρόπον τινά κοινοποίησης της Πράξης της Αρχής δια της αποστολής μέσω συστημένου Ταχυδρομείου, τεκμήριο όμως που ως μαχητό, χωρεί ανταποδείξεως από τον διοικούμενο -φορολογούμενο.

Όμως ο παραπάνω χαρακτηρισμός του συγκεκριμένου τεκμηρίου ως μαχητού και οι απορρέουσες εξ αυτού συνέπειες, αίρονται και δεν μπορούν να επιδράσουν αποφασιστικά στο ζήτημα έναρξης της προθεσμίας, στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται βεβαίωση παραλαβής από την αρμόδια Ταχυδρομική Υπηρεσία της Πράξης της Διοίκησης από το διοικούμενο, οπότε και η έναρξη της προθεσμίας αφετηριάζεται από την επομένη της κοινοποίησης, δηλαδή της παραλαβής του συστημένου εγγράφου και όχι με την  παρέλευση της άνω 15μερης προθεσμίας. Σε μια τέτοια περίπτωση κατά την άποψη της Φορολογικής Αρχής, ούτε προσβάλλεται, ούτε θίγεται, ούτε με άλλο τρόπο εμποδίζεται ο διοικούμενος να ασκήσει το σχετικό δικαίωμά του, δηλαδή να ασκήσει την Προσφυγή (ενδικοφανή ή δικαστική) κατά της ή των Πράξεων της Φορολογικής Αρχής.

Άρα, δοθείσης και επισήμως εκφρασθείσας  της άποψης της ΑΑΔΕ επί του ζητήματος, απαιτείται ιδιαίτερη μέριμνα και εν γένει σπουδή από τους φορολογουμένους, ως προς την τήρηση των προθεσμιών αυτών, ανεξάρτητα με την παραδοχή της, πλήρη ή μερική, καθώς και με τη διατήρηση ενστάσεων ή πιθανών εναλλακτικών επιλογών και ρυθμίσεων, δικαιοπολιτικού αλλά και πρακτικού χαρακτήρα, αντίστοιχα.

 

Ο Ανδρέας Τουλούπας είναι δικηγόρος  παρ΄Αρείω Πάγω – Μ.Δ.Ε Νομικής Σχολής Αθηνών