Η ελληνική κυβέρνηση όσο διαπραγματεύεται με τους θεσμούς για την 4η και τελευταία αξιολόγηση και φθάνει στο τέλος του βασικού δημοσιονομικού προγράμματος τον Αύγουστο του 2018, έρχεται αντιμέτωπη με τις εξελίξεις στην πραγματική οικονομία αλλά και με το πώς αντιλαμβάνονται οι διεθνείς αγορές και οι ξένοι επενδυτές την χώρα μας.

Το αφήγημα της καθαρής εξόδου που καλλιέργησε επικοινωνιακά η κυβέρνηση έχει τελειώσει και αυτό γιατί όχι μόνο δεν θα λάβει την γραμμή προληπτικής στήριξης με δική της επιλογή, αλλά εισέρχεται σε ένα συμπληρωματικό μεταμνημόνιο με σκληρές προθεσμίες για μία σειρά από προαπαιτούμενα όπως μεταρρυθμίσεις, ιδιωτικοποιήσεις αλλά και νέες περικοπές στα δημοσιονομικά.

Πιο συγκεκριμένα, η σημερινή κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να δεσμεύσει και την επόμενη, ψηφίζοντας το μεσοπρόθεσμο σχέδιο 2019-2022 που περιλαμβάνει κατάργηση του ΕΚΑΣ, πώληση του ΔΕΣΦΑ και της ΔΕΗ καθώς και ανώτατο όριο στις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων με στόχο την μείωση του κόστους μισθοδοσίας.

Επίσης παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις της κυβέρνησης, ακόμα δεν έχει αποφασιστεί καμία ουσιαστική ελάφρυνση χρέους, ενώ είναι πολύ πιθανό κατ’απαίτηση του ΔΝΤ, να μειωθούν περαιτέρω οι κύριες συντάξεις το 2019 καθώς και το αφορολόγητο όριο στην άμεση φορολογία, ζημιώνοντας ακόμα περισσότερο τα μεσαία νοικοκυριά.

Εκτός αυτού, τα σχέδια της κυβέρνησης για μία αναπτυξιακή τράπεζα στα πλαίσια ενός ‘’παράλληλου’’ τραπεζικού συστήματος όπως επιθυμούσαν αρκετοί υπουργοί, πέφτει στο κενό, καθώς το όποιο σχήμα δημιουργηθεί θα είναι ειδικού σκοπού, δεν θα δέχεται καταθέσεις και ούτε θα χορηγεί δάνεια με άμεση χρηματοδότηση.

Με βάση τα παραπάνω, το περίφημο ολιστικό σχέδιο ανάπτυξης έχει ήδη ακυρωθεί στην πράξη, καθώς τα περισσότερα μέτρα κρίθηκαν γενικόλογα και αόριστα και μάλιστα για την επιτήρηση της αναπτυξιακής στρατηγικής, εισάγεται ένα νέο επιστημονικό αναπτυξιακό συμβούλιο στο οποίο θα συμμετέχουν και ξένοι επενδυτές ώστε να ενημερώνουν σχετικά τους θεσμούς για την υλοποίηση του προγράμματος.

Είναι προφανές ότι η χώρα αποχαιρετά το 3ο Μνημόνιο και καλοσωρίζει το 1ο Μεταμνημόνιο, έχοντας απέναντι τόσο τους υφιστάμενους θεσμούς όσο και τις διεθνείς κερδοσκοπικές τάσεις των αγορών, τις οποίες θα καλείται η κυβέρνηση να αντιμετωπίζει καθημερινά, δίχως αποκλίσεις από τους συμφωνημένους στόχους και τα πλεονάσματα.

 

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος – τραπεζικός