37 Είναι ελάχιστα τα γεγονότα που οι άνθρωποι, σαράντα χρόνια αφότου συντελέστηκαν, εξακολουθούν να μιλάνε γι΄ αυτά, να τα αναλύουν ο καθένας από τη σκοπιά του, να τα υιοθετούν ή να τα απορρίπτουν και συχνά να τα χρησιμοποιούν για να στηρίζουν τις κατοπινές επιλογές τους. Σίγουρα ο παρισινός Μάης του 1968 ανήκει σ΄ αυτά. Αλλωστε […]
Είναι ελάχιστα τα γεγονότα που οι άνθρωποι, σαράντα χρόνια αφότου συντελέστηκαν, εξακολουθούν να μιλάνε γι΄ αυτά, να τα αναλύουν ο καθένας από τη σκοπιά του, να τα υιοθετούν ή να τα απορρίπτουν και συχνά να τα χρησιμοποιούν για να στηρίζουν τις κατοπινές επιλογές τους. Σίγουρα ο παρισινός Μάης του 1968 ανήκει σ΄ αυτά. Αλλωστε όταν λέμε «Μάης του ΄68» αυτόν εννοούμε, έστω κι αν εκείνη τη χρονιά προηγήθηκαν ή ακολούθησαν παρόμοια και μαζί διαφορετικά ξεσπάσματα στη Γερμανία, στην Πολωνία, στην Ιταλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Μεξικό, ίσως και αλλού. Και σ΄ αυτόν αποδίδουν οι περισσότεροι τις θετικές, αλλά και αντιθετικές ενέργειες και παρενέργειες που είχε, όπως σε αυτόν λένε ορισμένοι, έτσι τελευταία και ο Σαρκοζί, ότι οφείλονται όλα τα σημερινά δεινά.
Οπως και να ναι, ένα σχετικά κοντινό ιστορικό γεγονός- γιατί τι είναι σαράντα χρόνια, τίποτα σχεδόν- μπορεί κανείς πιο εύκολα να το αποτιμά χωρίς να το έχει ζήσει από το να το εκτιμά έχοντάς το ζήσει. Στην πρώτη περίπτωση υποτίθεται ότι μπορεί να το αντικρίσει πιο ψυχρά και αντικειμενικά, παρά την ιδεολογική χρήση που πολλές φορές του κάνει. Ομως στη δεύτερη, το βίωμα και η παρατήρηση, καθώς συμπλέκονται, κάποτε γίνονται αμοιβαία εναργέστερα, αλλά ίσως πιο συχνά αλληλοφενακίζονται. Πάντως εγώ, που είχα, όπως και τόσοι άλλοι, την τύχη να ζήσω τον παρισινό Μάη από τις πρώτες έως τις τελευταίες μέρες του απλώς σαν ένας από τους χιλιάδες συμμετέχοντες, ή μάλλον ακολουθούντες, παρατηρητές, δεν μπορώ να μιλήσω παρά εντελώς προσωπικά. Και κάθε φορά που αναφέρομαι σ΄ αυτόν, προφορικά το συνηθέστερο, αισθάνομαι να διχάζομαι ή μάλλον να τριχοτομούμαι. Αρχικά αναδύονται δεκάδες βιωμένα, ή απλώς ιδωμένα περιστατικά, με αιχμηρή πάντα ευκρίνεια. Επειτα αναπλάθονται οι κρίσεις που έκανα τότε για τα όσα συνέβαιναν. Τέλος, παίρνουν μορφή οι σημερινές, εκ των υστέρων, κρίσεις μου.
Ομως πρώτα πρώτα θα ήθελα να πω ότι τον Μάη του ΄68 τον έζησα σαν Ελληνας και όχι σαν Γάλλος, δηλαδή σαν άνθρωπος δεμένος με τα προβλήματα του τόπου του, που καίριο σημείο τους ήταν η ανατροπή της δικτατορίας, μαζί όμως και σαν φίλος της χώρας που του πρόσφερε τη φιλοξενία της. Αλλωστε η αντιδικτατορική δράση ήταν εκείνη που με έφερε σε επαφή με τα κινήματα νεολαίας εκείνου του καιρού. Ετσι, λόγου χάρη, τον Οκτώβριο του 1967 πήγαμε με τον Δημήτρη Δεσποτίδη στη Φραγκφούρτη, όπου ο εκεί φοιτητής Αχιλλέας Καπαγερίνης μας έφερε σε επαφή με τους ήδη ξεσηκωμένους γερμανούς φοιτητές. Χάρη σ΄ αυτούς μπήκαμε ομαδικά στον χώρο της Διεθνούς Εκθεσης Βιβλίου και σπάσαμε το περίπτερο που η χούντα είχε το θράσος να παρουσιάσει. Και αμέσως μετά, στο Βερολίνο, όπου πήγα για άλλες αντιδικτατορικές εκδηλώσεις, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τα φοιτητικά κοινόβια που εμψύχωσε ο Ρούντι Ντούσκε, λίγο πριν δεχτεί τη σοβαρή εκείνη δολοφονική επίθεση.
Ωστόσο, παρόλο που δεν έζησα τα γεγονότα σαν Γάλλος, δηλαδή σαν κάποιος υπαρξιακά ταυτισμένος με τη Γαλλία, οπότε η συμμετοχή μου θα ήταν ουσιαστικότερη και πιο υπεύθυνη, η στενή μου σχέση με γαλλικές συντροφιές με έκανε να τις ακολουθώ και να παρακολουθώ με πάθος τα όσα συνέβαιναν, πιστεύοντας πως οι σκέψεις τους θα είχαν αντίκτυπο και στον τόπο μας- όπως και φάνηκε μερικά χρόνια αργότερα με την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ετσι μπορώ να πω ότι, σε γενικές γραμμές, τις μέρες εκείνες από το πρωί ως το απόγευμα ήμουν κυρίως με τους έλληνες φίλους, προσπαθώντας να κάνουμε πράγματα κατά της Χούντας, και από ΄κεί ως αργά τη νύχτα συνήθως με τους γάλλους φίλους, στις πορείες, στις διαδηλώσεις, στις καταλήψεις, μια δυο φορές στα οδοφράγματα. Αλλά καθώς λίγο πιο πάνω έγραψα τη λέξη εξέγερση, αμέσως ανακύπτει ένα κρίσιμο θέμα που ακόμη ως σήμερα συζητιέται και που τότε υπήρξε αντικείμενο μεγάλης διαφωνίας ανάμεσα στους γάλλους φίλους κι εμένα: επρόκειτο για εξέγερση ή για επανάσταση;
Εκείνοι πίστευαν ακράδαντα πως αυτό που ζούσαν ήταν επανάσταση, εγώ αντέλεγα ανυποχώρητα πως ήταν εξέγερση. Αυτό που τότε με έκανε να βλέπω έτσι τα πράγματα ήταν κυρίως η πολυμορφία και η αντιθετικότητα των πολλαπλών σχηματισμών και κινήσεων που όχι απλώς πρωτοστατούσαν στα γεγονότα αλλά τα δημιουργούσαν: το κίνημα της 22 του Μάρτη, που ξεκίνησε από το Πανεπιστήμιο της Ναντέρ με επικεφαλής τον Κον-Μπεντίτ, η Εθνική Ενωση Φοιτητών με επικεφαλής τον Ζακ Σοβαζό, η Ενωση Πανεπιστημιακών με τον Ζεσμάρ, οι τροτσκιστές με τον Κριβίν, οι μαοϊκοι της Εκόλ Νορμάλ που δεν θυμάμαι το όνομά τους αλλά τους ήξερε ο Νίκος Πουλαντζάς, οι Επιτροπές Δράσης κι ένα σωρό άλλοι ανένταχτοι αλλά δραστήριοι όπως οι περίφημοι «Καταγκέζοι», μια ομάδα υποτίθεται ενόπλων που περιφρουρούσαν την υπό κατάληψη Σορβόννη. Ολοι αυτοί οι πολλαπλοί, και μετακινούμενοι, σχηματισμοί είχαν μια διαφορετική αντίληψη για τον σοσιαλισμό που θα οικοδομούσαν, όσο κι αν τους ένωνε η κοινή επιδίωξη κατάληψης της εξουσίας.
Από όλες αυτές τις συνιστώσες έλειπαν πάντως το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και οι οργανώσεις του, που κρατούσαν μια στάση από αρνητική έως ανοιχτά εχθρική. Ωσπου σύντομα ο γραμματέας του, ο Ζωρζ Μαρσαί, κατήγγειλε από την «Ουμανιτέ» τον Κον-Μπεντίτ ως «γερμανό αναρχικό». Από τότε όλοι στις διαδηλώσεις φωνάζαμε «Είμαστε γερμανοί αναρχικοί!». Αυτή τη στάση προσπάθησε λίγες μέρες αργότερα κάπως να τη μαλακώσει ο Αραγκόν, ο οποίος εμφανίστηκε με μια ντουντούκα στην πλατεία της Σορβόννης για να μιλήσει στους φοιτητές. Ομως, παρά την προσπάθειά του, αναγκάστηκε να φύγει κάτω από τα γιουχαΐσματα και τις αποδοκιμασίες. Ημουν κι εγώ εκεί και το είδα. Δεν πήρα μέρος στα γιουχαΐσματα, από λύπη για τον ποιητή, μολονότι πολύ θα το ήθελα. Ακόμα πιο έντονη έχω την εικόνα του Σαρτρ, αρκετές μέρες αργότερα, όταν μίλησε στο μεγάλο αμφιθέατρο της Σορβόννης, στις 21 Μαΐου (θυμάμαι το πότε, γιατί ήταν τα γενέθλιά μου).
Εκείνη τη βραδιά γινόταν ένας απίθανος συνωστισμός, αλλά καταφέραμε να μπούμε και να στριμωχτούμε σ΄ ένα πλαϊνό θεωρείο ο Δημήτρης Δεσποτίδης, ο Αγγελος Ελεφάντης κι εγώ. Στην αίθουσα αυτή, που μπορεί να χωράει χίλιους και πάνω, είχαν μαζευτεί οι διπλάσιοι αν όχι οι τριπλάσιοι. Καθώς όλοι σχεδόν καπνίζαμε, είπα για μια στιγμή πως αν πιάσει φωτιά θα καούμε σαν τα ποντίκια. Ο Σαρτρ μίλησε με μια νεοφώτιστη αριστερή θέρμη, αλλά πολλοί από το ακροατήριο, άνθρωποι με όψη αγνοημένου και αδικημένου συγγραφέα, άρχισαν να τον αποδοκιμάζουν. «Σαρτρ» του φώναζαν «είσαι ένας λακές της μπουρζουαζίας». Κι εκείνος, αντί να υπερασπιστεί το έργο του, αυτοταπεινωνόταν για να ταυτιστεί με τους ταπεινωτές του. «Ετσι είναι, αλλά τώρα άλλαξα» έλεγε, απ΄ όσο θυμάμαι. Τότε είπα μέσα μου «Σαρτρ δεν είμαι, αλλά κάτι τέτοιο δεν πρόκειται ποτέ να το κάνω».
Πάντως όλα αυτά, και άλλες μεγαλύτερες ακρότητες, τα έβλεπα σαν εκδηλώσεις μιας πολύμορφης εξέγερσης. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα μερικά πράγματα, πιο σημαντικά νομίζω, που κατά τη γνώμη μου δεν έκαναν τον Μάη του ΄68 επανάσταση: το ότι κάθε επανάσταση ανακηρύσσει μία και μόνη αλήθεια ως απόλυτη, στην οποία πρέπει να υποτάσσεται ή και για χάρη της να συντρίβεται κάθε άλλη αλήθεια. Το ότι καθιερώνει μία και μόνο ελευθερία που στο όνομά της καταργούνται ή τσαλαπατιούνται όλες οι άλλες ελευθερίες. Το ότι οι ηγέτες της μονιμοποιούνται διά βίου. Κι ακόμα, το ότι βάζει το μέλλον πάνω από το παρόν και το συλλογικό πάνω από το ατομικό. Ομως εκείνον τον Μάη συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο: οι αλήθειες και οι ελευθερίες ήσαν ακόμα πιο πολλαπλές από τις ομάδες που δρούσαν, οι ηγέτες δεν ήσαν μόνιμοι, το παρόν κυριαρχούσε απέναντι στο μέλλον, το ατομικό αποδεσμευόταν από το συλλογικό.
Αλλά, για να ξαναγυρίσω στο τότε. Εξω από τα αμφιθέατρα και τους κλειστούς χώρους των συνελεύσεων και των συνεδριάσεων, τι ήταν εκείνο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, που παραμένει ως σήμερα χαραγμένο στη μνήμη μου; Θα έλεγα η αλλαγή των ανθρώπων. Οι άνθρωποι ξαφνικά μπορούσαν να επικοινωνούν: γνωστοί και άγνωστοι, φίλοι και εχθροί, σύντροφοι και αντίπαλοι, ντόπιοι και ξένοι, ερωτευμένοι και ανέραστοι. Αυτή η επικοινωνία είχε τον χαρακτήρα της αλληλεγγύης, ακόμα και με τον άγνωστο, μ΄ εκείνον που δεν ξέρεις αν θα τον ξαναδείς. Για αυτό και οι φριχτές θυρωρίνες είχαν γίνει καλοσυνάτες και άνοιγαν τις πόρτες των σπιτιών για να καταφύγουν αυτοί που τους κυνηγούσε η αστυνομία, όσοι είχαν αυτοκίνητα από επιθετικοί οδηγοί που ήσαν πριν σταματούσαν τώρα και σε ρωτούσαν αν μπορούν να σε πάνε κάπου, οι άνθρωποι στα καφενεία κάθονταν από κοινού και μοιράζονταν το φαγητό και το ποτό τους. Η επαφή ανάμεσα στους ανθρώπους ήταν άμεση, ανυστερόβουλη, σχεδόν σωματική. Ο έρωτας μπορούσε να γίνεται χωρίς δεσμεύσεις και περιορισμούς, αλλά ταυτόχρονα με τη βαθιά αναγνώριση του άλλου. Αυτόν τον άλλον ο καθένας τον έβλεπε κατά πρόσωπο, χωρίς να διαμεσολαβεί και να τον υποκαθιστά η εικόνα. Η κυριαρχία της τηλεόρασης δεν είχε έρθει ακόμα.
Ισως όλα αυτά να φαίνονται εξιδανικευτικά, αλλά έτσι νομίζω πως βιώνονταν εκείνες τις μέρες. Εγώ τουλάχιστον τα έβλεπα σαν ένα στοίχημα για το ότι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν φίλοι. Στους δρόμους δεν έτρεχε η εξουσία, όπως έλεγαν οι διψασμένοι για εξουσία αντιεξουσιαστές, έτρεχε όμως η απομυθοποιημένη τέχνη. Από το θέατρο του Οντεόν οι καταλήψεις είχαν φορέσει κοστούμια διαφόρων εποχών και έκαναν αυτοσχέδιες υπαίθριες παραστάσεις, στην κατειλημμένη Σχολή Καλών Τεχνών τύπωναν πολιτικοποιημένα χαρακτικά που γέμιζαν τους τοίχους (μετανοιώνω που δεν πήρα μια σειρά που μου έδινε μια παλιά φίλη), αυθόρμητοι ποιητές έγραψαν τα ποιήματά τους σε χαρτί μπρίστολ και τα πουλούσαν στα καφενεία. Δεν έχει σημασία αν όλα αυτά δεν ήσαν αριστουργήματα. Σημασία έχει το ότι η τέχνη είχε γίνει μια τρέχουσα καθημερινή ανάγκη. Οσο για το σύνθημα του άγνωστου συμμέτοχου, που ευτυχώς παρέμεινε ζωντανός, αντίθετα από τον άγνωστο στρατιώτη, η φαντασία στην εξουσία νομίζω πως πραγματωνόταν καθημερινά. Μόνο που η φαντασία έπαιρνε την εξουσία όχι για να την ασκήσει αλλά για να την αμφισβητήσει. Ομως όλα αυτά ίσχυαν για όλους; Οχι βέβαια. Οπως έχει ειπωθεί, το 1789 είχε επαναστατήσει όλη η Γαλλία, το 1870 όλο το Παρίσι, το 1968 είχε εξεγερθεί μόνο μια συνοικία του Παρισιού, το Καρτιέ Λατέν και τα γύρω από τις πανεπιστημιακές σχολές. Η δεξιά όχθη του Σηκουάνα με τον αστικό πληθυσμό παρέμενε σιωπηλή και ακίνητη. Οσο για τα εργατικά προάστια και τους εργάτες, που ακολουθώντας τη Γενική Συνομοσπονδία και το ΚΚΓ είχαν κηρύξει γενική απεργία, δεν συνεργάζονταν με τους εξεγερμένους φοιτητές και όσους τους ακολουθούσαν. Ετσι οι ηγέτες του Μάη προσπάθησαν να περάσουν την εξέγερση και στο βόρειο Παρίσι. Θυμάμαι πολύ έντονα εκείνη τη βραδινή πορεία, προς τα τέλη του μήνα, που ακολουθώντας τους γάλλους φίλους είδα να κατευθυνόμαστε για τη δεξιά όχθη της πόλης. «Πού πάμε;» ρώτησα. Μια φίλη πήγε να μάθει από τους επικεφαλής και γυρίζοντας μου εξήγησε: «Να καταλάβουμε το χρηματιστήριο». Τότε εντελώς αυθόρμητα είπα και σ΄ εκείνην και στους άλλους: «Από την ώρα που δεν τα βάζετε με τον ίδιο τον καπιταλισμό αλλά με τα σύμβολά του, η υπόθεση τελείωσε.» Απ΄ αυτά που άκουσα το λιγότερο ήταν πως ήμουν απαισιόδοξος και το χειρότερο πως ήμουν ηττοπαθής.
Πάντως τους ακολούθησα και είδα, όμως από κάποια απόσταση, τους πιο τολμηρούς να μπαίνουν στο χρηματιστήριο, να σπάνε διάφορα έπιπλα, να βάζουν φωτιές. Αυτό δεν κράτησε πολύ. Η αστυνομία κατέφτασε και έδιωξε τους καταληψίες. Αλλο οι Σχολές και τα θέατρα, άλλο το χρηματιστήριο. Οπότε όλοι γυρίσαμε στη σίγουρη αριστερή όχθη. Ομως σε λίγες μέρες οι σιωπηλοί και ακίνητοι της δεξιάς όχθης κατέβηκαν κατά χιλιάδες στα Champs Εlyses, σε μια τεράστια φιλογκωλική διαδήλωση με επικεφαλής τον Μαλρώ. Στα μέσα Ιουνίου εγκαταλείφθηκε τελευταία η κατειλημμένη Σορβόννη, ο Μάης, εκείνος ο μήνας που κράτησε σαράντα πέντε μέρες, είχε τελειώσει (γι΄ αυτό και το ΓΚΚ πάντα έλεγε «τα γεγονότα του Μάη- Ιούνη», ποτέ «ο Μάης»). Ακολούθησαν οι εκλογές όπου οι ντεγκωλικοί σάρωσαν.
Ο κόσμος άλλαξε από τότε, και εξαιτίας του Μάη του ΄68 πιστεύω, συχνά μάλιστα προς κατευθύνσεις αντίθετες στις επιδιώξεις εκείνων που τον ξεκίνησαν. Δεν πρόκειται βέβαια να κάνω άλλον έναν απολογισμό, δίπλα στους εκατοντάδες που γίνονται. Πάντως στις τότε συζητήσεις ανάμεσα στους έλληνες φίλους μερικοί βλέπαμε ότι τα σταλινικά κομμουνιστικά κόμματα είχαν τελειώσει, αλλά κανείς δεν πρόβλεπε ότι θα καταρρεύσει ολόκληρο το σοβιετικό μπλοκ. Κανείς επίσης δεν πρόβλεπε τον ρόλο που θα έπαιζε η ηλεκτρονική βιομηχανία και η πληροφορική. Οσο για μένα έλεγα, μισοαστεία- μισοσοβαρά, ότι μετά το κύμα μαρξισμού και κοινωνιολογισμού που έφερε ο Μάης θα ακολουθήσει ένα κύμα φροϋδισμού και ψυχαναλυτισμού. Ετσι έφτιαξα κι ένα στιχάκι, από εκείνα που άλλοι τα διασκεδάζουν και άλλοι τα αντιπαθούν: Κάρολε Μαρξ/ μας νίκησε η σαρξ.
———————————- O κ.Τίτος Πατρίκιος είναι ποιητής. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο Βήμα Ιδεών.
Ένα φρούτο με μεγάλη ιστορία, που όμως τα τελευταία χρόνια έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των επιστημόνων χάρη στην υψηλή του περιεκτικότητα σε αντιοξειδωτικά.