37 Οταν έγινε η πρώτη μεγάλη φοιτητική διαδήλωση στις 13 Μαΐου, τεράστιο πλήθος ανέμιζε χιλιάδες κόκκινες και μαύρες παντιέρες και φώναζε «Είμαστε όλοι Γερμανοεβραίοι». Ηταν μαζική απάντηση στην εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος «lΗumanite» που είχε καταδικάσει τις πρώτες ταραχές στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ, αποκαλώντας «Γερμανοεβραίο» τον επικεφαλής εκεί κοκκινομάλλη φοιτητή Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ. Γύρω από το […]
Οταν έγινε η πρώτη μεγάλη φοιτητική διαδήλωση στις 13 Μαΐου, τεράστιο πλήθος ανέμιζε χιλιάδες κόκκινες και μαύρες παντιέρες και φώναζε «Είμαστε όλοι Γερμανοεβραίοι». Ηταν μαζική απάντηση στην εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος «lΗumanite» που είχε καταδικάσει τις πρώτες ταραχές στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ, αποκαλώντας «Γερμανοεβραίο» τον επικεφαλής εκεί κοκκινομάλλη φοιτητή Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ. Γύρω από το πλήθος, σε όποια διασταύρωση κοιτούσες, ήταν θάλασσα η αστυνομία με ασπίδες και κράνη. Βρισκόμουν στη διασταύρωση Σεν Μισέλ και Σεν Ζερμέν όταν η διαδήλωση σταμάτησε να προχωρεί. Είχα χάσει όλους τους γνωστούς. Καθώς περνούσε ώρα χωρίς να γίνεται τίποτα, ρώτησα έναν άγνωστο φοιτητή δίπλα μου: «Τι κάνουμε;». Δεν κατάλαβε. «Τι κάνουμε;» ξαναρώτησα. «Κατάληψη» απάντησε θριαμβευτικά. Και μετά, βλέποντας το απορημένο ύφος, εξήγησε: «Κατάληψη της συνοικίας».
Η αδρανής «κατάληψη της συνοικίας» σταδιακά εξελίχθηκε σε ενεργητική και οι φοιτητές, μπροστά στα απλανή μάτια της ακίνητης αστυνομίας, άρχισαν να φτιάχνουν οδοφράγματα. Ενας με κομπρεσέρ (πού το βρήκε άραγε;) έσκαβε το οδόστρωμα. Μικρές ομάδες με σχεδόν ενθουσιασμό έχτιζαν σωρούς με παρκαρισμένα αυτοκίνητα, πέτρες και ξηλωμένα κάγκελα.
Ψάχνοντας μέσα στο χάος κανέναν γνωστό, βρέθηκα στο επόμενο οδόφραγμα, πλατεία Λουξεμβούργου, όπου μοιράστηκα με τους γύρω μια τεράστια τρομάρα. Ενα αστυνομικό φορτηγό όρμησε πάνω στο συμπαγές πλήθος, φρενάροντας και μαρσάροντας με μουγκρητά, και κατάφερε να διασχίσει τον ανθρώπινο τοίχο χωρίς να χτυπήσει κανέναν, αφήνοντας πίσω όλους κατάχλωμους και με κομμένη την ανάσα μόλις έχοντας προλάβει να παραμερίσουν κατά έναν πόντο.
Ξαναγυρίζοντας προς τα κάτω έμαθα ότι οι εκπρόσωποι των φοιτητών διαπραγματεύονταν με τις αρχές και η διαδήλωση περίμενε το αποτέλεσμα. Αναμένοντας ώρες το αποτέλεσμα, οι μισοί φοιτητές σχολίαζαν με έντονες πολιτικές διαφωνίες τα γενόμενα ή φλερτάρανε, δυο τρεις εφευρίσκανε προκαλώντας γενικό ενθουσιασμό συνθήματα ποιητικά, όπως «Κάτω από το οδόστρωμα έχει αμμουδιά», οι άλλοι μισοί συνέχιζαν με ζήλο τα οδοφράγματα, ενώ οι απειράριθμοι γύρω αστυνομικοί στέκονταν πάντα και κοιτούσαν απλανώς.
Αργά τη νύχτα απέτυχαν οι φοιτητικές διαπραγματεύσεις με τις αρχές. Το μάθαμε από την ξαφνική αλλαγή της αστυνομίας. Σαν τεράστια μηχανή που απότομα πήρε μπρος, αστραπιαία ξεκίνησε η επίθεση. Κλομπς, δακρυγόνα και κάτι περίεργες άσπρες βόμβες που θρυμματίζονταν με δαιμονισμένο θόρυβο. Το πλήθος των διαδηλωτών ήταν συγχρόνως φοβισμένο και επιθετικό, οι περίεργες άσπρες βόμβες προκαλούσαν πανικό, ακούγονταν φωνές, βογγητά, κραυγές φόβου, εντολές, προτροπές θάρρους, σειρήνες νοσοκομειακών και κάποια στιγμή άρχισαν να ανάβουν εδώ κι εκεί μεγάλες φωτιές.
Την άλλη μέρα τα οδοφράγματα είχαν εξαφανιστεί και δεκάδες καμένοι σκελετοί αυτοκινήτων ήταν ωραία παρκαρισμένοι σαν σε έκθεση. Το μεσημέρι, στη δεύτερη μεγάλη διαδήλωση, κάτοικοι του Καρτιέ Λατέν, αρκετοί ιδιοκτήτες σίγουρα καμένων αυτοκινήτων και, με την ταξική σύνθεση της συνοικίας, πιθανότατα λίγοι με αριστερές ιδέες, έβγαιναν στα μπαλκόνια, έριχναν στο πλήθος βρεμένες πετσέτες για τα δακρυγόνα και φώναζαν στην αστυνομία: «Μη χτυπάτε τα παιδιά!». Στο μεταξύ είχε καταληφθεί η Σορβόννη. Δεν πρόφτασα την κατάληψη, μόνο είδα ξαφνικά, καθώς η διαδήλωση περνούσε μπροστά, το μεσαιωνικό κτίριο στολισμένο με λάβαρα κόκκινα και μαύρα και πάνω στα αγάλματα σκαρφαλωμένοι φοιτητές να σκίζουν την τρίχρωμη σημαία και να ανεμίζουν το κόκκινο κομμάτι προς το πλήθος. Την επομένη, πρωτοσέλιδος τίτλος της εφημερίδας «Le Μonde» ονόμαζε την κατειλημμένη Σορβόννη «Το μεθυσμένο καράβι».
Μέσα στο «μεθυσμένο καράβι» ήταν γιορτινά, μολονότι μπαινοβγαίνοντας όλο και ξαναγύριζαν μερικοί με σπασμένα κεφάλια από την αστυνομία που φρουρούσε απ΄ έξω. Είχαν βγάλει ένα πιάνο στην αυλή και όποιος ήθελε έπαιζε. Ο Τίτος Πατρίκιος έφτιαχνε στίχους σατιρικούς με ομοιοκαταληξία το-όνη της Σορβόννης, αλλά ελληνικά, και έτσι είχε ελάχιστο ακροατήριο. Υπήρχε άφθονο φαγητό γιατί τα κοτόπουλα στέλνονταν με απόφαση συνεταιρισμών να βοηθήσουν τους εξεγερμένους φοιτητές. Γίνονταν όλη μέρα σε κατάμεστα αμφιθέατρα δημόσιες συζητήσεις και παρέλασαν όλα τα μεγάλα ονόματα της γαλλικής διανόησης, που όμως δοκιμάστηκαν σκληρά γιατί το φοιτητικό πλήθος ήταν ενθουσιασμένο με τη δύναμή του και δεν άφηνε κανέναν επώνυμο να μιλήσει.
Στους τοίχους της Σορβόννης γράφτηκαν τα συνθήματα που έμειναν στις μνήμες, με ίσως ωραιότερο «Η φαντασία στην εξουσία». Εγιναν έντονα συγκρουσιακές αντιπαραθέσεις, αν τα συνθήματα θα γράφονταν πάνω στις τοιχογραφίες που άρα θα καταστρέφονταν· κέρδισε η άποψη να σωθούν οι τοιχογραφίες και να γράφει ο καθένας ό,τι θέλει αλλά στους κενούς τοίχους.
Ενα βράδυ καμιά τριανταριά Ελληνες φύγαμε από τη Σορβόννη για να καταλάβουμε το ελληνικό περίπτερο της Φοιτητικής Εστίας. Φτάσαμε αργά τη νύχτα. Ολα σκοτεινά, η κεντρική εξώπορτα μισόκλειστη, την έσπρωξε κάποιος και μπήκαμε. Το άλλο πρωί, οι αναρχικοί συμφοιτητές μας στο θυρωρείο σήκωναν το τηλέφωνο και έλεγαν «Εδώ ελεύθερο ελληνικό περίπτερο!» στις μανάδες που έπαιρναν έντρομες από την Αθήνα να μάθουν «αν ζει» το παιδί τους. Η δική μας κατάληψη κράτησε περίπου τρεις εβδομάδες. Αναλώθηκε σε ατελείωτες συνεδριάσεις ολοήμερες και ολονύκτιες με αντικείμενο πώς θα πέσει η δικτατορία και αγεφύρωτες διαφωνίες ανάμεσα σε ομάδες πολλών αριστερών αποχρώσεων.
Τις καταλήψεις πανεπιστημίων ακολούθησαν καταλήψεις άλλων δημοσίων κτιρίων, θεάτρων και τέλος εργοστασίων. Σε κάποια εργοστάσια οι εργάτες αποφάσισαν να υποκαταστήσουν τη διοίκηση και να συνεχίσουν κατά την κατάληψη την παραγωγή, δημοσιοποιώντας ότι η αυτοδιοίκηση είχε άριστα αποτελέσματα. Ο Μάης έπαιρνε άλλη μορφή από την ανταρσία των φοιτητών.
Τότε κινητοποιήθηκε ο αντίλογος. Εγινε μια εξίσου τεράστια διαδήλωση υπέρ του Ντε Γκωλ και της προστασίας του καθεστώτος. Παράλληλα κινητοποιήθηκε και η αντιπολίτευση. Οι εκπρόσωποι των αριστερών κομμάτων και μεγάλο πλήθος έκαναν μια συγκέντρωση σε στάδιο, με τη θέση ότι υπάρχει κενό εξουσίας και αντικείμενο την οργανωμένη παρέμβαση για να πάρουν πρωτοβουλίες ανάληψης της εξουσίας και καθοδήγησης του εξεγερμένου λαού. Κατέληξε σε πλήρη αποτυχία συνεννόησης.
Ο εξεγερμένος λαός έμεινε ακαθοδήγητος. Ο Ντε Γκωλ έκανε δήλωση που άρχιζε με τη φράση «Δεν πρόκειται να φύγω!». Η αστυνομία σταδιακά διέλυσε τις καταλήψεις εργοστασίων, ενώ στα κατειλημμένα πανεπιστήμια δεν αποπειράθηκε να διώξει τους φοιτητές. Το όνειρο της επανάστασης στα εργοστάσια ηττήθηκε, ενώ στα πανεπιστήμια ξεθώριασε ώσπου σταδιακά απελπίστηκαν και οι τελευταίοι και έφυγαν μόνοι τους.
Η επανάσταση έληξε και όλα ξαναγύρισαν στη θέση τους, με μια μεγάλη αλλαγή στη γαλλική γλώσσα. Ο Μάης άλλαξε το νόημα του πληθυντικού και του ενικού. Ο πληθυντικός μεταξύ ανθρώπων με οικείες σχέσεις που ξένιζε τα ελληνικά αφτιά μας έπαψε να σημαίνει σεβασμό στον συνομιλητή. Και ο ενικός, από δείκτης κατωτερότητας του συνομιλητή, από τότε σημαίνει αποδοχή, φιλία και αλληλεγγύη.
————————————– H κα. Αννα Φραγκουδάκη είναι Κοινωνιολόγος, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο Βήμα Ιδεών.
Ένα φρούτο με μεγάλη ιστορία, που όμως τα τελευταία χρόνια έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των επιστημόνων χάρη στην υψηλή του περιεκτικότητα σε αντιοξειδωτικά.