Την μεγαλύτερη γερμανική εταιρεία φαρμάκων, Bayer, προσέγγισαν δύο φαρμακοβιομηχανίες, διευρευνώντας το ενδεχόμενο συνεργασίας, όπως δήλωσε τη Δευτέρα ο διευθύνων σύμβουλος της Bayer, Μάνφρεντ Σνάιντερ, καθώς η εταιρεία απώλεσε την περασμένη εβδομάδα το 1/5 της χρηματιστηριακής της αξίας.
Την μεγαλύτερη γερμανική εταιρεία φαρμάκων, Bayer, προσέγγισαν δύο φαρμακοβιομηχανίες, διευρευνώντας το ενδεχόμενο συνεργασίας, όπως δήλωσε τη Δευτέρα ο διευθύνων σύμβουλος της Bayer, Μάνφρεντ Σνάιντερ, καθώς η εταιρεία απώλεσε την περασμένη εβδομάδα το 1/5 της χρηματιστηριακής της αξίας.
Οι μετοχές της εταιρείας που ανακάλυψε την ασπιρίνη σημείωσαν μεγάλες απώλειες τις τελευταίες ημέρες, έπειτα από την απόσυρση του σκευάσματος κατά της χοληστερίνης, Baycol, το οποίο συνδέεται με το θάνατο τουλάχιστον 52 ατόμων.
Η Bayer, η χρηματιστηριακή αξία της οποίας ανέρχεται τώρα στα 27 δισ. ευρώ (9,2 τρισ. δρχ.), αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις της για τα αποτελέσματα και του τρίτου τριμήνου, επικαλούμενη το κόστος της απόσυρσης του Baycol και τη μειωμένη ζήτηση για πλαστικά.
Όπως δήλωσε ο Μάνφρεντ Σνάιντερ, οι τρεις από τις τέσσερις μονάδες της εταιρείας (χημικά, αγροχημικά και πολυμερή) θα παραμείνουν στον «σκληρό πυρήνα» των δραστηριοτήτων της, καθώς η Bayer επανεξετάζει την τακτική της στον τομέα των φαρμακευτικών προϊόντων.
Μολονότι ο διευθύνων σύμβουλος της Bayer δεν κατανόμασε τους ενδιαφερόμενους «μνηστήρες» και δεν διευκρίνισε εάν προσέγγισαν την γερμανική εταιρεία με στόχο τη συνεργασία ή την εξαγορά της φαρμακευτικής της μονάδας, οι αναλυτές εκτιμούν ότι μάλλον θα προτιμήσει να λάβει ένα μειοψηφικό μερίδιο σε μια νέα κοινοπραξία, παρά να πωλήσει όλες τις μονάδες μαζί.
Οι εταιρείες, πάντως, που ίσως ενδιαφερθούν για τη μονάδα σκευασμάτων, είναι οι αμερικανικές Bristol – Myers Squibb, Johnson & Johnson, American Home Products και Eli Lilly, καθώς και οι ευρωπαϊκές GlaxoSmithKline, Roche Holding και Novartis.
Οι δηλώσεις του Μάνφρεντ Σνάιντερ αποτέλεσαν την αφορμή για την άνοδο της μετοχής της Bayer κατά 4% τη Δευτέρα (στα 37,50 ευρώ), παρ ότι νωρίτερα υποχωρούσε κατά 2,8%. Από τις αρχές του έτους οι απώλειες της ανέρχονται στο 34%.