Περαιτέρω επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας βλέπει η UN-ECE
Η οικονομία των ΗΠΑ είναι πιθανότερο να οδεύει σε μία μακροχρόνια και «βαθύτερη» επιβράδυνση, αντί να ανακάμψει αργότερα το 2001, όπως εκτιμούν πρόσφατες μελέτες, αναφέρει η έκθεση της Οικονομικής Επιτροπής του ΟΗΕ για την Ευρώπη (UN-ECE) που δόθηκε στη δημοσιότητα την Τετάρτη.
Η οικονομία των ΗΠΑ είναι πιθανότερο να οδεύει σε μία μακροχρόνια και «βαθύτερη» επιβράδυνση, αντί να ανακάμψει αργότερα το 2001, όπως εκτιμούν πρόσφατες μελέτες, αναφέρει η έκθεση της Οικονομικής Επιτροπής του ΟΗΕ για την Ευρώπη (UN-ECE) που δόθηκε στη δημοσιότητα την Τετάρτη.
Ειδικότερα, η έκθεση μιλά για προσδοκώμενο ρυθμό ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας λίγο κάτω από το 2% για το τρέχον έτος και για βελτίωση από το 2002. Πάντως, επισημαίνεται ότι «αυτό το σενάριο μπορεί να αποδειχθεί πολύ αισιόδοξο» και τονίζεται ότι πολλά θα εξαρτηθούν από το κατά πόσο το αρνητικό κλίμα θα επηρεάσει την εγχώρια κατανάλωση και τις αποταμιεύσεις.
«Η δική μας άποψη είναι ότι η επιβράδυνση στις ΗΠΑ είναι πολύ πιθανόν να είναι βαθύτερη και πιο μακροπρόθεσμη από ό,τι εκτιμούν οι πιο αισιόδοξες μελέτες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας» ήταν τα λόγια του εκπροσώπου της UN-ECE, Πολ Ρέιμοντ.
Από την πλευρά του ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Πολ Ο Νιλ, εξέφρασε την Τετάρτη την πεποίθησή του ότι σύντομα η χώρα του θα ορθοποδήσει οικονομικώς. «Παρά την επιβράδυνση, έχω πλήρη εμπιστοσύνη στην ικανότητα της αμερικανικής οικονομίας να επιστρέψει στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν» τόνισε κατά τη διάρκεια συνεδρίασης της Τράπεζας Ανάπτυξης της Ασίας.
Τη Δευτέρα ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, σερ Έντι Τζορτζ, μιλώντας εκ μέρους των διοικητών των κεντρικών τραπεζών της Ομάδας των 10 (G10), είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η αμερικανική οικονομία πρόκειται να ανακάμψει εντός του έτους. Παρ όλα αυτά, η έκθεση του ΟΗΕ επισημαίνει ότι, ακόμα και αν όντως υπάρξει ταχεία «ανάρρωση», προβλήματα όπως το εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό των αποταμιεύσεων και το υψηλό έλλειμμα θα παραμείνουν.
Η UN-ECE άσκησε κριτική στη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας χαρακτηρίζοντάς την «υπερβολικά προσεκτική», παρά τις προειδοποιήσεις που ακούγονται για τους αναμενόμενους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ. Συγκεκριμένα, η έκθεση μιλά για ρυθμό ανάπτυξης 2,5% το 2001, από 3,4% που ήταν ένα χρόνο νωρίτερα. Ο Π.Ρέιμοντ χαρακτήρισε μάλιστα «αντικείμενο προς εξέταση» τα όποια αισιόδοξα σενάρια, τονίζοντας την κατιούσα πορεία που ακολουθεί η επιχειρηματική εμπιστοσύνη στην ευρωζώνη και ιδιαίτερα στη Γερμανία.
«Είναι πολύ δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί ο φόβος του πληθωρισμού διαδραματίζει τόσο κυρίαρχο ρόλο στην πολιτική της ΕΚΤ» ανέφερε ο Ρέιμοντ. Σε ό,τι αφορά τις οικονομίες των κρατών της ανατολικής Ευρώπης και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, η UN-ECE επισημαίνει ότι πολλά εξαρτώνται από την πορεία που θα ακολουθήσουν οι αγορές στη βόρεια Αμερική και στη δυτική Ευρώπη, όπως μετέδωσε το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP).