Βελτιωμένες οι οικονομικές επιδόσεις της χώρας, τόνισε ο ΥΠΕΘΟ
Τις βελτιωμένες οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας σε σχέση με το μέσο όρο της ευρωζώνης υπογράμμισε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Γιάννος Παπαντωνίου, μιλώντας στους δημοσιογράφους μετά τη σύνοδο της Ευρωομάδας και του Συμβουλίου ΕCOFIN τη Δευτέρα.
Τις βελτιωμένες οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας σε σχέση με το μέσο όρο της ευρωζώνης υπογράμμισε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Γιάννος Παπαντωνίου, μιλώντας στους δημοσιογράφους μετά τη σύνοδο της Ευρωομάδας και του Συμβουλίου ΕCOFIN τη Δευτέρα.
Ο κ. Παπαντωνίου στάθηκε ιδιαίτερα στα παρακάτω σημεία:
* Στην υπέρ της Ελλάδας διεύρυνση της διαφοράς των ρυθμών ανάπτυξης: ήταν 4,1% έναντι 3,4% της ευρωζώνης το 2000, ενώ το 2001 η Ελλάδα πλησιάζει το 5%, έναντι 2,8% της ευρωζώνης
* Στον τριπλάσιο αριθμό επενδύσεων: η Ελλάδα έχει αύξηση 11,7%, έναντι 4,2% στην ευρωζώνη
* Στους πραγματικούς μισθούς: στην Ελλάδα σημειώθηκε αύξηση 2,6%, έναντι 0,7% της ευρωζώνης
* Στον προϋπολογισμό της χώρας: η Ελλάδα φέτος θα έχει πλεόνασμα 0,5%, έναντι του συνόλου της ευρωζώνης που εμφανίζει έλλειμμα 0,7%.
«Για πρώτη φορά, στα δημόσια οικονομικά, η Ελλάδα βρίσκεται σε καλύτερη θέση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο» σημείωσε ο κ. Παπαντωνίου, χαρακτηρίζοντας ωστόσο το φαινόμενο «σε κάποιο βαθμό φυσιολογικό» και αποδίδοντάς το «στην αγωνία της Ελλάδας να προσεγγίσει τις χώρες της ευρωζώνης σε όρους επιπέδου διαβίωσης και εισοδήματος».
Στον καθορισμό των Γενικών Προσανατολισμών Οικονομικής Πολιτικής που συζήτησαν οι υπουργοί Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών της ΕΕ, ο κ. Παπαντωνίου συμφώνησε με το Βρετανό ομόλογό του, Γκόρντον Μπράουν, ότι οι στόχοι πρέπει να αφορούν στα ελλείμματα, αλλά όχι ειδικότερα στο επίπεδο των δημοσίων δαπανών.
«Εκείνο που ενδιαφέρει την ΕΕ είναι τα ελλείμματα» είπε. «Εάν κάποια χώρα έχει ελαφρά αυξημένες δαπάνες ή λίγο μειωμένους φόρους συγκριτικά με κάποια άλλη, είναι εθνικό θέμα που θα πρέπει να αποφασιστεί με βάση τις πολιτικές και κοινωνικές προτεραιότητες κάθε κυβέρνησης» προσέθεσε.
Όσον αφορά στην Ελλάδα, ο κ. Παπαντωνίου επισήμανε ότι υπάρχουν μεγάλες ανάγκες επενδυτικών και κοινωνικών δαπανών, κάτι που σημαίνει -όπως εξήγησε- ότι «για κάποια χρόνια θα έχουμε ρυθμούς αυξήσεων των κοινωνικών δαπανών πάνω από το μέσο κοινοτικό όρο». «Θα είμαστε όμως συνεπείς όσον αφορά στο δημοσιονομικό έλλειμμα, και αυτό είναι που έχει σημασία τόσο για την Ελλάδα όσο και για την ΕΕ» συμπλήρωσε.
Στο ECOFΙN συζητήθηκε, επίσης, το θέμα της κινητικότητας του συντελεστή εργασίας, που συνδέεται με μία γενικότερη φορολογική εναρμόνιση στην ΕΕ, ώστε να διευκολύνεται η μετακίνηση εργαζομένων και να επιτυγχάνεται καλύτερη αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. «Αυτό εξάλλου είναι και το κλίμα σε όλη την Ευρώπη» σχολίασε ο κ. Παπαντωνίου. «Πρέπει η φορολόγηση της εργασίας να είναι μειωμένη, προκειμένου να μην αποθαρρύνεται η απασχόληση και να αποφεύγεται η αύξηση της ανεργίας» επισήμανε.
Στο Συμβούλιο τέθηκε ακόμη το θέμα της εναρμόνισης του φορολογικού καθεστώτος των επαγγελματικών συντάξεων, σε περίπτωση μετακίνησης ενός εργαζομένου από μία χώρα της ΕΕ σε άλλη. Η ρύθμιση προβλέπει δικαίωμα του ενδιαφερόμενου να επιλέξει τη χώρα με το λιγότερο επαχθές φορολογικό σύστημα.
Κατά τη συζήτηση του κοινοτικού προϋπολογισμού στο ECOFIN, ο κ. Παπαντωνίου επανέλαβε τις ελληνικές θέσεις:
* Ο προϋπολογισμός πρέπει να είναι απόλυτα συνεπής προς τις κατευθύνσεις των αποφάσεων του Συμβουλίου του Βερολίνου (Μάρτιος 1999) σε ό,τι αφορά την ενίσχυση των διαρθρωτικών ταμείων
* Η Ελλάδα συμφωνεί για τη χρηματοδότηση θεμάτων ειδικού χαρακτήρα, όπως π.χ. του προβλήματος των «τρελών αγελάδων», αλλά με την προϋπόθεση ότι δεν θα θίξει τις άλλες γεωργικές πολιτικές
* Η Ελλάδα ζητά περισσότερους πόρους για την ενίσχυση της οικονομικής ανασυγκρότησης των Βαλκανίων.
Ακόμη, Ελλάδα, Γαλλία, Βέλγιο, Ισπανία και Πορτογαλία υποστήριξαν σε κοινή δήλωσή τους την ανάγκη να εναρμονιστούν -στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό- οι κανόνες για την προστασία των καταναλωτών στο θέμα του ηλεκτρονικού εμπορίου.
Όσον αφορά στο θέμα της στρογγυλοποίησης του ευρώ προς τα πάνω, ο κ. Παπαντωνίου υπογράμμισε ότι συμφωνήθηκε να εφαρμοστεί μία έντονη επικοινωνιακή πολιτική, για να περάσει στο σύνολο της κοινής γνώμης η αίσθηση ότι η στρογγυλοποίηση πρέπει να γίνεται προς τα κάτω, ώστε να αποφεύγεται η αισχροκέρδεια και να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός στα προβλεπόμενα επίπεδα.