Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026
weather-icon 21o
in.gr

J.Brahms: Ein Deutsches Requiem – Κριτική

Το 1867, το μουσικό κοινό της Βιέννης γνώριζε τον Brahms κυρίως ως το μαέστρο της «Singakademie», ενός χορωδιακού συνόλου με το οποίο εξερευνούσε την όχι και τόσο προσφιλή για την εποχή μουσική του μπαρόκ, στο διάστημα 1863-4. Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι η πρώτη εκτέλεση του μνημειώδους «Γερμανικού Ρέκβιεμ», που ήταν έντονα επηρεασμένο […]

Το 1867, το μουσικό κοινό της Βιέννης γνώριζε τον Brahms κυρίως ως το μαέστρο της «Singakademie», ενός χορωδιακού συνόλου με το οποίο εξερευνούσε την όχι και τόσο προσφιλή για την εποχή μουσική του μπαρόκ, στο διάστημα 1863-4. Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι η πρώτη εκτέλεση του μνημειώδους «Γερμανικού Ρέκβιεμ», που ήταν έντονα επηρεασμένο από αντίστοιχα έργα του 17ου και 18ου αιώνα, αντιμετωπίστηκε με ανάμεικτα συναισθήματα από τους μουσικόφιλους.
Το πρώτο ακροατήριο του «Requiem» στην πραγματικότητα δεν παρακολούθησε όλο το έργο, ούτε καν τα έξι μέρη που είχε συνθέσει ο Brahms μέχρι την ημέρα της πρεμιέρας. Αυτό συνέβη γιατί ο διευθυντής ορχήστρας Johann Herbeck είχε πείσει το συνθέτη ότι το κοινό της Βιέννης, συνηθισμένο σε ακούσματα πιο ελαφρά, με δυσκολία θα παρακολουθούσε μουσική τόσο έντονη και απαιτητική. Έτσι, στην πρώτη εκτέλεση του «Γερμανικού Ρέκβιεμ» ακούστηκαν μόνο τα πρώτα τρία μέρη του. Ακόμη και έτσι όμως, παρά τη σημαντική μείωση στο μέγεθος του έργου, η ορχήστρα εμφανίστηκε πλημμελώς προετοιμασμένη, μην αφήνοντας πολλά περιθώρια στους ακροατές να καταλάβουν την πραγματική αξία του. Τον επόμενο χρόνο, όταν και τα έξι μέρη ερμηνεύτηκαν στη Βρέμη, με το συνθέτη να διευθύνει την ορχήστρα, η υποδοχή του κοινού ήταν πολύ πιο θερμή. Ικανοποιημένος από την εκτέλεση αυτή, ο Brahms ολοκλήρωσε αυτό που σήμερα αποτελεί το πέμπτο μέρος του «Requiem», ενώ το έργο στην πλήρη του μορφή παρουσιάστηκε στη Λειψία το Φεβρουάριο του 1869.
Η επιλογή των κειμένων για τα επτά μέρη του «Requiem» φανερώνει τη βαθιά γνώση της Βίβλου που είχε ο Brahms, αλλά και την ικανότητά του να τροποποιεί τα γραπτά, προκειμένου να τα προσαρμόσει στα δικά του ζητούμενα. Παίρνοντας αποσπάσματα από τις μεταφράσεις του Λουθήρου, έφτιαξε ένα ανεξάρτητο ποιητικό κείμενο που κινείται ανάμεσα στην οδύνη και στην παρηγοριά που φέρνει η υπόσχεση της Ανάστασης.
Η μουσική που χρησιμοποιεί για να πλαισιώσει τα βιβλικά κείμενα εμφανίζει μια σχετικά ελεύθερη χρήση μέσων και ύφους. Μεγάλο μέρος από το θεματικό υλικό του έργου βασίζεται σε ένα λουθηρανικό ύμνο. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την επιρροή από το έργο του J.S.Bach, του οποίου τη μουσική ο Brahms γνώριζε πολύ καλά. Η μελωδία του συγκεκριμένου ύμνου απαντάται σε περισσότερες από μία καντάτες του Bach αλλά και σε έργα των Mendelssohn και Schumann. Και πάλι όμως το δανεισμένο υλικό δεν περιορίζει τον Brahms. Ο ύμνος, με την εμφάνισή του, προσδίδει στο «Requiem» σοβαρότητα και «αγνότητα» χάρη στη μελωδική του γραμμή, την οποία με πολύ επιτυχημένο τρόπο χρησιμοποιεί ο Brahms από την αρχή του έργου δίνοντάς τη στα έγχορδα, και ακόμη πιο έντονα όταν την «περνά» στη χορωδία, στο δεύτερο μέρος. Άλλες πιο σημαντικές αναφορές στο «μουσικό παρελθόν» εμφανίζονται στην πορεία σε μεμονωμένα τμήματα του έργου και στη μεγάλης κλίμακας δομή του.
Η εκτέλεση που έχουμε εδώ σε οπτικοακουστικό ψηφιακό μέσο προέρχεται από μαγνητοσκόπηση συναυλίας που έδωσε η Φιλαρμονική του Βερολίνου στις 3 Απριλίου του 1997, στην αίθουσα της Musikverein στη Βιέννη, με διευθυντή τον Claudio Abbado. Προσκεκλημένες η Χορωδία της Σουηδικής Ραδιοφωνίας και η Χορωδία Δωματίου Eric Ericson, γνωστές από τη μακρόχρονη συνεργασία τους με τη μεγάλη ορχήστρα, και σολίστ η σοπράνο Barbara Bonney και ο βαρύτονος Bryn Terfel. Η εκτέλεση του μεγαλειώδους έργου του Brahms από τους εξαιρετικούς αυτούς συντελεστές είναι έξοχη. Ο Claudio Abbado και η Φιλαρμονική του Βερολίνου δίνουν μια ερμηνεία με βάθος, ένταση και εσωτερικότητα. Ο ήχος της ορχήστρας είναι απόλυτα ελεγχόμενος και ισορροπημένος, τα soli των πνευστών και των εγχόρδων εκτελούνται με εντυπωσιακό τρόπο (αξίζει να προσέξουμε τον τρόπο με τον οποίο συνδιαλέγονται με τη σοπράνο στο «Ihr habt nur Traurichkeit»), οι φράσεις έρχονται αβίαστα, «αναπνέουν», καθώς το έργο κορυφώνεται. Οι δύο σουηδικές χορωδίες αποδίδουν το μουσικό κείμενο με πιστότητα. Ο ήχος τους είναι στρογγυλός και ομοιογενής και η εκφορά του κειμένου πολύ ακριβής. Οι σολίστες είναι ένα από τα άλλα μεγάλα ατού της εκτέλεσης. Έξοχη η Barbara Bonney στο μέρος της σοπράνο «Ihr habt nur Traurichkeit». Έχοντας υπέροχο χρώμα φωνής, εντυπωσιακό λεγκάτο και μοναδική μουσικότητα, δομεί το μουσικό μέρος καθηλώνοντας από την πρώτη στιγμή τον ακροατή. Εξίσου καλός ο Bryn Terfel αποδίδει τα μέρη του βαρύτονου με οικονομία και απόλυτο έλεγχο των μουσικών και εκφραστικών του μέσων.
Η μεταφορά της συναυλίας αυτής στο ψηφιακό μέσο είναι ιδιαίτερα επιτυχής. Πολύ καλός ο ήχος surround μεταφέρει με ακρίβεια και λεπτομέρεια τον ήχο του συνόλου των ερμηνευτών. Το οπτικό μέρος, επίσης καλό, πετυχαίνει να μεταδώσει πιστά το κλίμα της αίθουσας και παρακολουθεί την εξέλιξη του έργου, δίνοντας πολλά ενδιαφέροντα πλάνα των συντελεστών.

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026
Απόρρητο